Κεφάλαιο ΤΕΤΑΡΤΟ

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

oikia

Η Ουσία της Δικαιοσύνης – Ζωτικός Χώρος, η κρυμμένη Μεγάλη Αλήθεια

Κατά την αρχαία ελληνική πίστη, υπάρχει δίκαιον απόλυτο και αιώνιο, εκ Διός απορρέον, το οποίον αποτελεί την πηγή της νομοθεσίας των πόλεων:

«Ω Πέρση, συ δε ταύτα μετά φρεσί βάλλεο σήσι και νυ δίκης επάκουε, βίης δ’ επιλήθεο πάμπαν. τόνδε γαρ ανθρώποισι νόμον διέταξε Κρονίων, ιχθύσι μεν και θηρσί και οιωνοίς πετεηνοίς εσθέμεν αλλήλους, επεί ου δίκη εστί μετ’ αυτοίς· ανθρώποισι δ’ έδωκε δίκην…» (Ησίοδος [περ. 700 π.Χ.], Έργα και ημέραι, στ. 274-279), δηλαδή: «Ω Πέρση, βάλε τα αυτά στο νου σου κι άκουγε το δίκιο, και ξέχασε ολότελα τη βία. Γιατί αυτό το νόμο κανόνισε στους ανθρώπους ο γιος του Κρόνου, τα ψάρια και τα θηρία και τα πετούμενα πουλιά να τρώνε το ένα τ’ άλλο, γιατί σ’ αυτά δεν είναι δίκιο· αλλά στους ανθρώπους έδωσε το δίκιο, που πιο καλό πολύ βγαίνει…». Ή είναι αληθινά μύθος ή ο Ησίοδος έζησε σε διαφορετική εποχή από τη δική μας· αφού δεν απέχει χρονικά πολύ που οι άνθρωποι ήσαν ανθρωποφάγοι. Όμορφοι, μόνον, αφορισμοί.

Κι ο Ηράκλειτος (περ. 544-484), λίγο αργότερα, έγραψε: «ξὺν νόῳ λέγοντας ἰσχυρίζεσθαι χρὴ τῷ ξυνῷ πάντων, ὅκωσπερ νόμῳ πόλις, καὶ πολὺ ἰσχυροτέρως· τρέφονται γὰρ πάντες οἱ ἀνθρώπειοι νόμοι ὑπὸ ἑνὸς τοῦ θείου· κρατεῖ γὰρ τοσοῦτον ὁκόσον ἐθέλει καὶ ἐξαρκεῖ πᾶσι καὶ περιγίνεται» (απόσπασμα αρ. 114), δηλαδή: «Εκείνοι που μιλούν με νου πρέπει να στηρίζονται σ’ αυτό που είναι κοινό στα πάντα, όπως ακριβώς μια πόλη πρέπει να στηρίζεται στο νόμο της, και με περισσότερη δύναμη ακόμα. Γιατί όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από τον ένα, το θεϊκό· γιατί αυτός κυριαρχεί όσο ακριβώς θέλει, επαρκεί για τα πάντα και περισσεύει». Κι εδώ αφορισμοί αλλά και κάτι ισχυρό, διότι ο σοφός συμβουλεύει ότι, εάν έχομε νου, πρέπει να λαμβάνομε υπ’ όψιν τις ομοιότητες, τις τομές, αυτό που είναι μεταξύ μας κοινό. Ακόμη κι αν τα «πάντα ρει», μάλλον κάτι μένει σταθερό. Παρακάτω θα εστιάσομε σ’ αυτό, διότι είναι σπουδαίο.

Ο Αρχύτας ο πυθαγόρειος (428-347 π.Χ.) από τον Τάραντα, έγραψε για τον νόμο: «Δει δε τον νόμον ακόλουθον ήμεν τα φύσει, δυνατόν τοις πράγμασι, συμφέροντα τα πολιτικά κοινωνία» (Fragmenta Philosophorum Graecorum, εκδοθέν από τον Γερμανό λόγιο Friedrich Wilhelm August Mullach, 1860-1881). Δηλαδή: Ο νόμος οφείλει να είναι σύμφωνος προς τη (λογική μας και κοινωνική) φύση, κατάλληλος για τα πράγματα (για τις σχέσεις που πρόκειται να ρυθμίσει) και συμφέρων εις την πολιτεία. Κι ο Πλάτων (427-347): «Λογισμός, γενόμενος δόγμα πόλεως κοινόν, νόμος επωνόμασται» (Νόμοι 644 d). Απλά, κατανοητά και πλήρη, αμφότερα, χωρίς αναφορές σε θεούς.

Κατά τη λεγόμενη Ορθολογική θεωρία, το ιδεώδες δίκαιο πηγάζει από την ανθρώπινη λογική και στηριζόμενο στον ορθό λόγο οφείλει να χρησιμεύει σαν βάση προς κρίση και βελτίωση των ισχυόντων θεσμών (θεωρία του φυσικού δικαίου, Ιππίας, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης, Στωικοί, Κικέρων, Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης, Δάντης, Γρότιος, Λάιμπνιτς…).

Κατά τη λεγόμενη Εμπειρική θεωρία, «το δίκαιον ου φύσει, αλλά νόμω», δηλαδή είναι προϊόν της εξέλιξης με αίτια την κοινωνική ή πολιτειακή βούληση (Αρχέλαος [ο πιθανός δάσκαλος του Σωκράτη], πολλοί Σοφιστές, Επίκουρος, Χομπς, Λοκ, Κοντ, Ντυγκί…), ή τα οικονομικά (Μαρξ, Ένγκελς…), ή τα βιολογικά (ανάγκη επιβίωσης, Δαρβίνος, Σπένσερ) και άλλα.

Ο Έλληνας θεολόγος, φιλόσοφος και ακαδημαϊκός Θεόφιλος Βορέας (1873-1954), έγραψε: «το δίκαιον γίνεται μάλλον και της φύσεως και του λόγου και της εμπειρίας προϊόν…» (Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, 1935), συνδέοντας τις αντίθετες γνώμες. Αν και είμαστε λάτρεις του θετικισμού (εμπειρισμού) κι όχι της μεταφυσικής, δεν κρίνομε ότι πρέπει να πάρομε εξειδικευμένη θέση (όλα είναι θέματα ορισμών). Όμως, μας αρέσουν τα λόγια της «τραμουντάνας» (του «βορέα»), που έρχεται από τα υψηλά βουνά και που ήταν, ως λένε, και της Ελένης το άστρο (διότι σημαίνει και τον πολικό αστέρα).

Ας κάνομε μια παρένθεση, Φίλοι, να ξαποστάσομε λίγο. Ακούστε λίγα από όσα συνολικά γράφονται στην εγκυκλοπαίδεια για τον πολικό αστέρα: «Πολικός Αστέρας (διεθν. Polaris) είναι σήμερα η ιδιαίτερη ονομασία του λαμπρότερου αστέρα α (άλφα, που απέχει από τη γη 434 έτη φωτός) του αστερισμού Μικρά Άρκτος. Το όνομα αυτό, όπως και το συνώνυμο ‘Αστέρι του Βορρά’, προέρχεται από μία προσωρινή κατάσταση: το γεγονός ότι ο πολικός αστέρας βρίσκεται σχεδόν σε ευθεία γραμμή με τον άξονα περιστροφής της Γης (απέχει 0.7 μοίρες) ‘πάνω’ από τον Βόρειο Ουράνιο Πόλο, δηλαδή στέκεται σχεδόν ακίνητος στον ουρανό και άρα όλα τα άλλα αστέρια φαίνονται να περιστρέφονται γύρω από αυτόν… Η σύγχρονη Αστρονομία και Αστροφυσική μάς πληροφορεί ότι ο Πολικός Αστέρας είναι ένας φωτεινός υπεργίγαντας επιφανειακής θερμοκρασίας 7.200 K και 2.200 φορές λαμπρότερος από τον Ήλιο, που απομακρύνεται από το Ηλιακό Σύστημα με ταχύτητα 17 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο. Η μάζα του είναι εξαπλάσια της ηλιακής και ο όγκος του 27.000 φορές μεγαλύτερος του ηλιακού. Ο πρώτος συνοδός του αστέρας απέχει 380 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα, κι ο δεύτερος ‘μόνο’ 3 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα (πρόκειται για τριπλό αστέρα)». Τα υπόλοιπα που γράφονται, εκτός του ότι είναι πάμπολλα, είναι κατανοητά μόνον από ειδικούς. Ω φίλοι, τι βρίσκει κανείς όταν ψάχνει (και πόσον εύκολα σήμερα), η επιστημονική γνώση είναι απίστευτη.

Από τον καθηγητή Βορέα και την ωραία Ελένη φτάνεις στ’ αστέρια. Από τον Μεσαίωνα, με ένα κλικ, φτάνεις στο Διάστημα και στον Polaris (είναι άραγε η Αλήθεια φως;). Τόση σωρευμένη γνώση (ακόμη και για το πώς θα είναι τ’ αστέρια μετά από 25.000 χρόνια), κι όμως δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι το ανθρώπινο είδος θα υπάρχει μετά από εκατό χρόνια. Τι τραγικό!

Από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μέχρι τον Κικέρωνα και τον Ουλπιανό η κεντρική έννοια ορίζει τη Δικαιοσύνη  ως «διανεμητικήν τού κατ’ αξίαν εκάστω». Σε τούτη τη διατύπωση περιλαμβάνεται η θέσπιση δικαιωμάτων και η ικανοποίησή τους, δηλαδή η απονομή του προσήκοντος (πρέποντος ή οφειλομένου), ό,τι ταιριάζει στον καθένα κατά τον ορθό λόγο, την ηθική και το κοινό συμφέρον· και είναι προφανές ότι υπονοείται και η τάση προς βελτίωση της νομοθεσίας, ώστε να μεταβάλλεται αυτή προς το δικαιότερο. Επίσης είναι προφανές, εξ ορισμού, ότι η δικαιοσύνη ρυθμίζει τη συμπεριφορά κάποιου «ουχ απλώς, αλλά προς έτερον»· τούτος ο έτερος μπορεί να είναι άτομο, ομάδα, έθνος, ή ολόκληρη η ανθρωπότητα.

Όμως, τι ταιριάζει σε κάποιον; Με ποιο αξιολογικό κριτήριο θα κριθεί; Εφ’ όσον δικαιοσύνη είναι η σταθερή βούληση της απονομής στον καθένα αυτού που του αξίζει, εγείρεται το μέγιστο θέμα της αξιολόγησης του καθενός. Άρα η έννοια της δικαιοσύνης συνεχίζει να εξαρτάται από αμέτρητες άλλες έννοιες, που συχνά είναι μεταβλητές και αφηρημένες (αν και όχι όλες), δηλαδή εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι δεν γίνεται να είναι αιώνια και απόλυτη έννοια. Εμείς, όμως, νομίζομε ότι εξαρτάται μόνον από μία.

Ο αρχαίος Ησίοδος μίλησε για τη Δίκη, κι όλοι εμείς δεχόμαστε σήμερα (ως αυτονόητο) ότι χρειάζεται ένα σύστημα κανόνων συμπεριφοράς για τη διασφάλιση της κοινωνικής ηρεμίας· κανόνες που ανέκαθεν μεταβάλλονται και προσαρμόζονται στις συνεχείς κοινωνικές αλλαγές, αφού σχεδόν τα πάντα αλλάζουν (θετικό δίκαιο). Αν δεχτούμε, όμως, ότι όλοι οι κανόνες είναι μεταβλητοί, δεν έχομε κάποιο στέρεο έδαφος για να χτίσομε τους συλλογισμούς μας περί δικαιοσύνης.

Κάποιοι απ’ αυτούς τους κανόνες είναι ιστορικά μάλλον ακλόνητοι και απαρτίζουν στο σύνολό τους ένα σταθερό πυρήνα κοινό σε όλα τα δίκαια, μια παγκόσμια κοινωνική σταθερά αξιών (έτσι όπως γίνεται σήμερα σε πολλούς μαθηματικούς τύπους), διότι πηγάζουν από εξ ίσου σταθερές αξίες (τα ένστικτα), οι οποίες ενωρίς έγιναν κατανοητές ως η απόλυτη προϋπόθεση της κοινωνικής συγκρότησης και ηρεμίας· οι οποίες, όταν περιφρονούνται, διαπράττεται Ύβρις. Κι αυτοί οι θεμελιώδεις κανόνες αποτέλεσαν την απαρχή της ηθικής (προστιθεμένης και της θρησκείας), της οποίας η οργάνωση σε γραπτούς και άγραφους κώδικες συμπεριφοράς αποτέλεσε στη συνέχεια την αφετηρία σε μια αδιάκοπη και πολύπλοκη προσπάθεια δόμησης του συνόλου των νόμων κάθε δικαίου.

Συχνά, η αλήθεια έγκειται στον συγκερασμό των αντικρουόμενων απόψεων και ειδικά στη φιλοσοφία (όχι στην επιστήμη). Ο Βορέας πρέπει να έχει δίκιο (…και της φύσεως και του λόγου και της εμπειρίας…). Η αίσθηση περί δικαίου δεν είναι έμφυτη στον άνθρωπο (όπως αντίθετα υποστήριξε ο Λόρεντζ), η γένεση του δικαίου όμως είναι βέβαιο δημιούργημα της ανάγκης ικανοποίησης των ενστίκτων (της αυτοσυντήρησης, της συμβίωσης, της σεξουαλικότητας και των γεννητόρων), η οποία ανάγκη οδήγησε αρχικά σ’ έναν στοιχειώδη και αμοιβαίο σεβασμό τους ανθρώπους, αλλιώς κοινωνίες δεν θα αναπτύσσονταν. Κατά τον Φρόιντ, η κινητήρια δύναμη στον άνθρωπο είναι οι ορμές, που τον ωθούν να ικανοποιήσει τις βιολογικές του ανάγκες, δηλαδή δυο κυρίαρχα κατ’ αυτόν ένστικτα (του «έρωτα» και του «θανάτου»).

Η Τάξις ή αλλιώς ευρυθμία (η αποφυγή της ύβρεως), είναι η ζητούμενη κατάσταση στις ανθρώπινες κοινωνίες, η οποία σημαίνει την ισορροπία μεταξύ των αντίρροπων τάσεων και των αντιτιθέμενων επιθυμιών· την οποία ο άνθρωπος αναπόφευκτα διαταράσσει, διότι, όντας πολυδύναμος και πολυμήχανος εγωιστής, δρα συχνά περιφρονητικά προς τους άλλους όσον είναι ανήθικος. Τούτη η έλλειψη ηθικής συμπεριφοράς (στην οποία κυριαρχούν μεγάλα νείκη και μικρές φιλότητες) οδηγεί στα ΠΑΘΗ (του σώματος και της ψυχής).

Η Δίκη αποκτά προσηγορική υπόσταση παράλληλα με την εμφάνιση του ανθρώπου στο προσκήνιο του θεάτρου του κόσμου (και την παρεμβολή του μέσα σ’ αυτήν την αέναη φυσική διαδικασία ισορροπίας), ως η προσωποποίηση και θεραπαινίς της Τάξεως· αν και μάλλον ενυπάρχει ανώνυμα σ’ όλη τη Φύση (οργανική κι ανόργανη) στοχεύοντας στην ισορροπία, δηλαδή είναι κατά κάποιο τρόπο η ομοιοστασία Της· κι όταν διαπράττεται «ύβρις», τείνει ν’ αποκαταστήσει την Τάξη.

Διά μέσου του ανθρώπου γίνεται πάντα η μεγαλύτερη «προσβολή» προς τη Φυσική Τάξη (ποικιλότροπα), η οποία κάθε άλλο παρά «αφύσικη» (και ανεπιθύμητη) είναι γι’ αυτήν, αν κρίνομε από την ιστορία. Η Φύση μπορεί να αρέσκεται να κρύβεται, αλλά πιο πολύ από όλα αρέσκεται στις αλλαγές (όπως λέει σωστά ο μεγάλος σοφός).

Το μέγα θέμα δεν είναι το καλό και το κακό (δεν είναι φυσικές έννοιες), αλλά το πώς στεκόμαστε απέναντι στα φυσικά πάθη μας και κυρίως απέναντι στα πάθη των άλλων· πράγμα που μάλλον το κατευθύνει εκείνη η περίεργη και άγνωστη εν πολλοίς ακόμη Ψυχή και λιγότερο τα κορμιά μας (κι ας πάσχουν πάντα πρώτα εκείνα). Τα κορμιά πάσχουν ανεξάρτητα το ένα από τα άλλα, άρα μάλλον είναι αναγκαίο κάτι τι μέσα μας να συμπάσχει με όλους· τούτο είναι ο Λόγος.

Όμως, ούτε οι έννοιες της τάξης και της ισορροπίας είναι σταθερές, αλλά μάλλον κυμαινόμενες κατά τον τρόπο που μεταλλάσσονται τα πάθη μας, κι εξαρτώνται από τον βαθμό που εκείνα τις τροφοδοτούν.

Άρα, εκ των παραπάνω, όταν ομιλούμε για την ιδανική Δικαιοσύνη, δεν θα πρέπει να λησμονούμε την αιτία γένεσης της έννοιας, η οποία πρέπει να γίνει και ο αντικειμενικός στόχος της. Τι είναι, λοιπόν, κοινό και αιώνιο σε όλα τα ζωντανά (όχι απόλυτο, αφού γεννιέται από αλληλεπιδράσεις), στο οποίο Εκείνος ο αρχαίος σοφός μάς προτρέπει να εστιάσομε τη σκέψη; Τα πάθη! Τα πάθη του σώματος, κυρίως, τα οποία (σπουδαιότατο), όταν διογκωθούν πολύ, οδηγούν στα πάθη της ψυχής. Εδώ, πάνω σ’ αυτά τα υλικά πάθη, πρέπει να δομηθούν οι σκέψεις μας περί δικαιοσύνης. Ο μεγάλος Χομπς ήδη ανέλυσε σοφά τις δικές του στον Λεβιάθαν (επικεντρώνοντας στα πάθη της ψυχής).

Το κριτήριο της Δικαιοσύνης (που αναφέρθηκε παραπάνω), για να είναι ορθό, πρέπει πρωτίστως να είναι σύμφωνο προς την ανθρώπινη φυσική υπόσταση και την αρμονική κοινωνική συνύπαρξη· η κατάσταση π.χ. της δουλείας και η έκδηλη ανισότητα των κοινωνικών τάξεων δεν συνάδουν προς τη λογική φύση του ανθρώπου· ο ατομισμός αντίκειται προς τη φύση της πολιτικής κοινωνίας ως μιας οργανικής ολότητας, στην οποία το όλον αναγκαστικά πρέπει να υπερέχει του μέρους. Η Δίκη, λοιπόν, πρέπει να στοχεύει σε μια λογική Τάξη των πραγμάτων υπέρ του συνόλου.

Και ποιο είναι εκείνο το κοινό για όλους τους ανθρώπους που δυνητικά εχθρεύεται τη λογική Τάξη; Μα, βεβαίως, τα αθεράπευτα πάθη τους, τα οποία γεννιούνται πάντα από την περιφρόνηση, εκ μέρους των ισχυρών του κόσμου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ζωής τους (όπως και των άλλων ζώων). Η εκτίμηση, λοιπόν, του προσήκοντος πρέπει να γίνεται με κριτικό έλεγχο των κοινωνικών δεδομένων (ποικίλων και πολύπλοκων σήμερα), δηλαδή με τον ορθό λόγο και την έμπνευση ικανής Ηθικής, ώστε να μην υπάρχουν πάσχοντες.

Στόχος, λοιπόν, της ιδανικής Δικαιοσύνης πρέπει να είναι πρωτίστως η θεραπεία των φυσικών παθών (πείνα, δίψα, ανασφάλεια, ανελευθερία και αναξιοπρέπεια), ανθρώπων και ζώων, όπως στόχος τής Ιατρικής είναι η θεραπεία των ασθενειών του σώματος. Εάν υπήρχε δικαιοσύνη, οι ψυχικές νόσοι θα ήσαν ανύπαρκτες. Παρακάτω θα εξηγήσομε τη βασική έννοια, η οποία κατά τη γνώμη μας καθορίζει επαρκώς την αντιμετώπιση των ανθρώπινων παθών, που ακόμη συνεχίζουν αθεράπευτα.

Επίσης, η συμμόρφωση προς τη δικαιοσύνη, ως κανόνα του βίου, και στην εκφραζόμενη δι’ αυτής κοινωνική θέληση δεν παύει παρά να είναι έργο ατομικών θελήσεων· πράγμα που σημαίνει ότι είναι απόλυτη υποχρέωση της υγιούς κοινωνίας (όταν υπάρχει τέτοια), και εναπόκειται στη θέλησή της να εμπνέει έγκαιρα στους πολίτες αυτήν τη συμμόρφωση, καλλιεργώντας την με οργανωμένη και υψηλή παιδεία από ενωρίς. Όταν τούτο διδαχθεί ως ατομικό καθήκον, το οποίον έχει γίνει ελεύθερα και συνειδητά αποδεκτό με ορθολογικές προτάσεις ικανής διδασκαλίας, τότες ομιλούμε για την αρετή της δικαιοσύνης. «Ούτος ο τρόπος άριστος του βίου, και την δικαιοσύνην και την άλλην αρετήν ασκούντας και ζην και τεθνάναι» (Σωκράτης, Πλάτωνος, Γοργίας 527 e).

Η δικαιοσύνη πρέπει να είναι μέσον και σκοπός της πολιτείας· μέσον για την ηθική τελείωση και έκδηλο στοιχείο της ευδαιμονίας. Οι κανόνες του δικαίου πρέπει να διαπνέονται από τις αρχές της δικαιοσύνης, και μάλιστα κατά τις υπαγορεύσεις του κοινού συμφέροντος.

Δικαιοσύνη σημαίνει θραύση των δουλικών αλυσίδων, κατάργηση αισχρών προνομίων, πλήρη και ακριβή διακήρυξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων ανθρώπων και ζώων, διακήρυξη της αδελφότητας, της ελευθερίας (ακόμη και της ισότητας), της αλληλεγγύης, της κοινωνικής πρόνοιας· σημαίνει υπεράσπιση της εργασίας, ρύθμιση της ιδιοκτησίας και της κατανομής του πλούτου, ίδρυση διαιτησιών και δικαστηρίων προς επίτευξη και διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης…

Γιατί όλα αυτά; Για να μη πάσχομε ως σύνολο· που σημαίνει ότι κανένα μέρος του συνόλου δεν πρέπει να πάσχει. Άρα πρέπει να εξασφαλιστεί ένα ελάχιστο υλικών παροχών σε κάθε άτομο (θα το πούμε παρακάτω).

Με λίγα λόγια, Δικαιοσύνη πρέπει σήμερα να σημαίνει την ειλικρινή επιθυμία θεραπείας των ανθρώπινων παθών· παγκόσμιο «πόλεμο» εναντίον τους (μόνον αυτός ο πόλεμος είναι λογικός). Στην εποχή του διαστήματος και στην εκ των επιστημών αφθονίας δεν πρέπει να πάσχει κανένα ζωντανό στον πλανήτη.

Σήμερα, έχομε τέτοια γνώση, ξέρομε τόσα πολλά για «το αστέρι του βοριά». Αδύνατον να μη μπορούμε να πάψομε τα ανθρώπινα πάθη. Σίγουρα μπορούμε.

Ποιο είναι το πρακτικό συμπέρασμα; Είναι απλό: «Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι με φειδώ, τα της γνώσης στην Επιστήμη εξ ολοκλήρου, και τα των παθών στην ιδανική Δικαιοσύνη προς θεραπεία». Σήμερα, πρέπει να αφαιρέσομε από τον πρώτο και να δώσομε στον Θεάνθρωπο, ο οποίος, ανεξαρτήτως χρώματος, εθνικότητας και γεωγραφικής προέλευσης, είναι ο Πατέρας, ο Θεός της Επιστήμης· κι όμως, ένα μεγάλο κομμάτι της ανθρωπότητας ακόμη πάσχει. Όλα, όλα τα σύγχρονα μέσα εναντίον των παθών και πρώτη η Δικαιοσύνη.

Ακόμη κι αν υπάρχει ουσία στη φιλοσοφική θεωρία της ανακυκλήσεως του πολιτισμού (ανάπτυξη, ακμή, παρακμή, που ήδη αναφέραμε με τον Σπένγκλερ), στόχος μας πριν την πτώση πρέπει να είναι η ηθική τελειότητα (μέχρι στιγμής απούσα), και μετά ας χαθούμε. Δεχτήκαμε αβίαστα ότι το δίκαιο στοχεύει στην κοινωνική γαλήνη. Γιατί άραγε; Τι σημασία έχουν οι θεωρίες για τη γένεση του δικαίου, εάν ξεχνούμε το αυτονόητο; Τι αντιστρατεύεται τη γαλήνη και την κοινωνική ηρεμία; Υπάρχει έστω και ένας που να αδυνατεί να δώσει τη σωστή απάντηση; Τούτες είναι οι λέξεις: Πόνος, πείνα, δίψα, ανασφάλεια, αναξιοπάθεια, αναξιοπρέπεια. Υπάρχει γλώσσα που να μην έχει αυτές τις λέξεις; Υπάρχει άνθρωπος ή ζώο που να επιθυμεί την πείνα, τη δίψα, τον πόνο και την ασφυξία; Τον ρόγχο από τον σφαγμένο λάρυγγα που πλημμυρίζει στο αίμα;

Η ηλιθιότητα, η διαστροφή και η οκνηρία είναι μόνον εξαιρέσεις.

Ακόμη και στους κηφήνες αξίζει μια αξιοπρεπής ζωή, είναι κι αυτοί κομμάτι της. Δεν επιθυμείς να εργάζεσαι; Δεν πειράζει, φίλτατε, δεν γίνεται να είναι όλοι μύρμηγκες, χρειάζονται και οι τζίτζικες για να νανουρίζουν τους εργατικούς και κουρασμένους. Δικαιούσαι και συ, οκνηρέ, τροφής, ένδυσης, περίθαλψης και ασφάλειας, συνύπαρξης και συγκατοίκησης με τους ομοειδείς σου.

«Πῶλος:  σὺ ἄρα βούλοιο ἂν ἀδικεῖσθαι μᾶλλον ἢ ἀδικεῖν;

Σωκράτης: βουλοίμην μὲν ἂν ἔγωγε οὐδέτερα: εἰ δ’ ἀναγκαῖον εἴη ἀδικεῖν ἢ ἀδικεῖσθαι, ἑλοίμην ἂν μᾶλλον ἀδικεῖσθαι ἢ ἀδικεῖν».

[Πλάτων, Γοργίας, 469c]

Όταν ο μαθητής του Γοργία απευθύνει την ερώτηση, «τι προτιμάς να αδικείς ή να αδικείσαι;» η απάντηση του Σωκράτη, αν και είναι λίγες μόνο λέξεις, ορθώνει την τελειότερη Ηθική στη θεωρία: «Τίποτα από τα δύο: αν όμως ήταν αναγκαίο, θα προτιμούσα να αδικούμαι».

Κι όμως ο σοφός πολέμησε, έσωσε τη ζωή φίλων, σίγουρα έσφαξε· δηλαδή αδίκησε. Και, βεβαίως, εννοούσε αν θα μπορούσε να διαλέξει κατά τις περιστάσεις (η ηθική εξαρτάται απ’ αυτές), αφού όντως αντιτάχθηκε στην καταδίκη των νικητών στρατηγών που δεν μπόρεσαν να περισυλλέξουν τους ναυαγούς στις Αργινούσες· κι αρνήθηκε να υπακούσει σε εντολή που θεώρησε ανήθικη (κινδυνεύοντας τη ζωή του), όπως στην περίπτωση που διατάχθηκε από τους Τριάκοντα να συλλάβει τον Λέοντα (κι ενώ οι τύραννοι τον σεβάστηκαν, η Δημοκρατία τον καταδίκασε σε θάνατο). Αλλά όταν πολεμά η πατρίδα συμμετέχει, διότι δίκαιο, ηθική, καθήκον, όλα ταυτίζονται. «Ω Θεέ!», ψιθύρισε ο Μοχάντας. Είναι καταπληκτικό, να σε πυροβολούν κατάστηθα και να Τον επικαλείσαι. Αλλά, Εκείνος, ήταν η Μεγάλη Ψυχή.

Όσο υπάρχουν πατρίδες και θρησκείες το αίμα θα τρέχει. Αυτή είναι η τραγικότητα του ορθού λόγου, ότι δηλαδή συχνά επιβεβαιώνει αναμφίβολα την ίδια την τραγικότητα της ζωής· και τούτο, ακόμη, το ακόλουθο και πιο καταπληκτικό. Η ιδανική ηθική είναι αναγκαστικά απάρνηση του ενστίκτου, δηλαδή απάρνηση εαυτού υπέρ του άλλου (όπως είπε ο Σωκράτης), δηλαδή υπέρβαση του ορθού λόγου που ισοδυναμεί με άρνησή του. Κι αν τυχόν ο ορθός λόγος πράγματι κυριαρχεί στον κόσμο (παρ’ όλο που νομίζομε ότι ο παραλογισμός κυβερνά), τότες η ιδανική ηθική είναι καθαρή ουτοπία· ο άκρατος παραλογισμός.

Στα αρχαία η λέξη πώλος σημαίνει το νεαρό άλογο, αλλά και τη νέα κοπέλα και τον νεαρό, δηλαδή γενικά τον άπειρο· και σώκος είναι αυτός που σώζει τα σπίτια, κι ο ισχύων και ο σωτήριος. Σώκος λεγόταν κι ο Ερμής. Τι ταιριαστό όνομα το πρώτο για τον μαθητή τού Γοργία και τι όμορφη ριζική συγγένεια του δεύτερου με τον Σωκράτη!

Εκείνος ο σωκρατικός ορισμός είναι όντως ο πιο τέλειος ορισμός της δικαιοσύνης, που, αν μπορούσε να εμφυτευτεί στην ανθρώπινη πρακτική, θα γκρέμιζε πάραυτα όλα τα δίκαια του κόσμου στο βάραθρο της αχρηστίας, και θα σήκωνε όλη την ανθρωπότητα στον έβδομο ουρανό. Δικαιοσύνη θα πει να είσαι ευτυχισμένος μόνο διά μέσου της ευδαιμονίας του διπλανού σου (ανθρώπου ή ζώου). Δεν υπάρχει άλλος τρόπος επίτευξης της ατομικής ευδαιμονίας παρά μόνο διά μέσου της κοινωνικής. Το «αγάπα τον εχθρό σου» είναι πολύ κατώτερο από ηθικής άποψης, διότι προϋποθέτει ότι έχεις ήδη αδικήσει. Εάν προτιμάς να αδικείσαι, δεν υπάρχουν εχθροί, παρά μόνον ευδαιμονία. Κι ας είναι ακόμη ουτοπία.

Δεν ήταν ο Σωκράτης φύση χριστιανική, αλλά ο Χριστός φύση σωκρατική, κι ας έγραφε ο Ολλανδός Έρασμος (Desiderius Erasmus Roterodamus, 1466-1536): «Άγιε Σωκράτη, πρέσβευε υπέρ ημών» (sancte Socrates ora pro nobis). Άλλωστε ο Σωκράτης προηγήθηκε πεντακόσια σχεδόν έτη και με την παραπάνω δήλωσή Του έθεσε τα στέρεα θεμέλια Αγάπης και Δικαιοσύνης. Τα λόγια Του θα έπρεπε να διδάσκονται σε όλους τους «πώλους», αρχής γενομένης από το νηπιαγωγείο. Μόνον έτσι θα υπήρχε κάποια πιθανότητα να «παραλογιστούμε» όλοι τόσο πολύ, μεγαλώνοντας, ώστε η Ουτοπία (Ου Τόπος, το Πουθενά) να βρει τον τόπο της.

«Αὕτη μὲν οὖν ἡ δικαιοσύνη ἀρετὴ μέν ἐστι τελεία, ἀλλ’ οὐχ ἁπλῶς ἀλλὰ πρὸς ἕτερον. καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις κρατίστη τῶν ἀρετῶν εἶναι δοκεῖ ἡ δικαιοσύνη, καὶ οὔθ’ ἕσπερος οὔθ’ ἑῷος οὕτω θαυμαστός·καὶ παροιμιαζόμενοί φαμεν ἐν δὲ δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσʹ ἀρετὴ ἔνι.»

[Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, Βιβλίο V, 1129b]

Σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: «Η δικαιοσύνη είναι η τέλεια αρετή, όχι απόλυτα, αλλά προς χάριν του άλλου. Γι’ αυτό θεωρείται ως η ύψιστη αρετή, κι από τον αποσπερίτη κι από τον αυγερινό πιο θαυμαστή, και λέμε παροιμιακά ότι σύμπασα η αρετή εδρεύει στη δικαιοσύνη»

Η έννοια περί «Δικαίου» ορίζεται σαν ένα σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν με τρόπο αναγκαστικό (υποχρεωτικό, πιεστικό, βίαιο) τη συμβίωση των ανθρώπων στην κοινωνία, και αποτελεί τον «άξονα», γύρω από τον οποίο στρέφεται και αναπτύσσεται η επιστημονική προσπάθεια για να συλλάβει την ουσία Του (άξονες ονομάζονταν και οι νόμοι των Αθηναίων που ήσαν γραμμένοι σε περιστρεφόμενες ξύλινες πλάκες, στηριζόμενες σε άξονες).

Στον ορισμό αυτόν η μαρξιστική ιδεολογία, απευθυνόμενη στην αστική τάξη,   προσθέτει: «…το δίκαιό σας δεν είναι παρά η θέληση της τάξης σας με τη μορφή του νόμου, θέληση της οποίας το περιεχόμενο έχει καθοριστεί από τις υλικές συνθήκες ύπαρξης της τάξης σας» (Μαρξ και Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, 1848). Υποστηρίζει, επίσης, ότι το περιεχόμενο και η μορφή του δικαίου δεν είναι παρά η αντανάκλαση των οικονομικών συνθηκών της κοινωνίας, και δεν μπορούν να εξαρτηθούν  ούτε από τους ίδιους τους ανθρώπους, ούτε από την ανάπτυξη του ανθρωπίνου πνεύματος. Οι ανθρώπινοι νόμοι, με λίγα λόγια, είναι η αντανάκλαση των οικονομικών συνθηκών της κοινωνίας και αλλάζουν στο μέτρο που αλλάζουν και οι συνθήκες αυτές.

Φαίνεται ότι, μέχρι σήμερα, ούτε η επιστήμη ούτε η φιλοσοφία έχουν καταλήξει σε συμπεράσματα καθολικώς παραδεκτά. Το Δίκαιο δεν αφορά στην άψυχη ύλη ούτε στα άλλα ζωντανά παρά μόνο στις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων (κοινωνική ζωή)· είναι ανθρώπινο πνευματικό δημιούργημα (στηριζόμενο στον ορθό λόγο, όπως υποστηρίζεται) για να ρυθμίζει την αμοιβαία συμπεριφορά κατά τον ορθό τρόπο, ώστε να υπάρχει κοινωνική ηρεμία.

Το Δίκαιο (γραπτοί νόμοι) επιβάλλει καταναγκασμό στο γράμμα του νόμου και επιφέρει, κατά κανόνα, ποινές στον παραβάτη (για να συμμορφωθεί), ενώ η Ηθική (θρησκεία, έθιμα, άγραφοι νόμοι) επιτρέπει σε κάθε άνθρωπο ελευθερία επιλογής για ν’ ακολουθήσει ή μη τις παραινέσεις της (εκτός κι αν ταυτίζονται με τον γραπτό νόμο).

Με τον όρο Φυσικό Δίκαιο δηλώνεται (από φιλόσοφους και νομικούς) ένα σύστημα δικαίου που είναι δυνατόν να θεωρείται κοινό για όλη την ανθρωπότητα.

Ο Αριστοτέλης ύμνησε τη Δικαιοσύνη (το φυσικό δίκαιο), αλλά δεν μπόρεσε να κάμει τη λογική υπέρβαση (δέσμιος του καιρού του) και να εναντιωθεί στη δουλεία. Οι Στωικοί φιλόσοφοι, λίγο αργότερα, μίλησαν για φυσικό δίκαιο στηριζόμενο στην αρχή της ισότητας· και στην πίστη ότι η λογική είναι κτήμα όλων των ανθρώπων (και των δούλων), κι ότι η φυσική κατάσταση είναι κατάσταση αρμονίας που διέπεται από τη λογική (το κατά φύσιν ζην), αλλά είχε διαφθαρεί από τον άκρατο εγωισμό.

Το πιο δύσκολο πρόβλημα του Ρωμαϊκού Δικαίου ήταν να προσαρμοσθεί στους πάμπολλους κώδικες και στα έθιμα των χωρών τις οποίες είχαν κατακτήσει τα ρωμαϊκά όπλα και η ρωμαϊκή διπλωματία. Πολλά από τα κράτη αυτά ήσαν αρχαιότερα της Ρώμης, κι ό,τι είχαν χάσει σε στρατιωτική ικανότητα το αντιστάθμιζαν με τις παραδόσεις και μια ζηλότυπη προσήλωση στις ιδιαίτερες συνήθειές τους. Η Ρώμη αντιμετώπισε την κατάσταση με μεγάλη επιδεξιότητα. Είχε οριστεί ένας praetor peregrinus (άρχων διαχειριστής των θεμάτων της δικαιοσύνης των αλλοδαπών) για τους ξένους της Ρώμης στην αρχή, έπειτα για όλους που υπήρχαν στην Ιταλία και κατόπιν για εκείνους των επαρχιών· απώτερο έργο του ήταν η βιώσιμη συνένωση ρωμαϊκού και τοπικού δικαίου. Τα ετήσια διατάγματα (edicta) του πραίτωρος αυτού και των επαρχιών δημιούργησαν βαθμηδόν το jus gentium ή Δίκαιο των Εθνών, με το οποίο κυβερνιόταν η αυτοκρατορία.

Το δίκαιο τούτο δεν ήταν, βεβαίως, διεθνές δίκαιο, ούτε ένα σύστημα συμφωνιών παραδεδεγμένων κατά γενικό τρόπο από κράτη για να ρυθμίζει τις μεταξύ τους σχέσεις. Οι Ρωμαίοι νομομαθείς (πλέοντες σε πατριωτική παραίσθηση, κατά τον Ντυράν) περιέγραφαν το jus gentium σαν δίκαιο κοινό σε όλα τα έθνη, ενώ στην πραγματικότητα ήταν τοπικό δίκαιο προσαρμοσμένο στη ρωμαϊκή κυριαρχία με στόχο να κυβερνά τους λαούς της Ιταλίας και των επαρχιών, χωρίς να παραχωρεί ρωμαϊκή ιθαγένεια και τα λοιπά δικαιώματα που προβλέπονταν για τους Ρωμαίους πολίτες (jus civile). Με την ίδια φαντασία οι φιλόσοφοι επιχείρησαν να ταυτίσουν το Δίκαιο των Εθνών με το Φυσικό Δίκαιο.

Και ο Κικέρων (106-43 π.Χ.) διατύπωσε την ίδια φαντασίωση, γράφοντας: «Αληθινό δίκαιο είναι ο ορθός λόγος σε αρμονία με τη φύση, παγκόσμιο σε σκοπό, αμετάβλητο, αιώνιο… Δεν μπορούμε να αντιταχθούμε ούτε να το τροποποιήσομε, δεν μπορούμε να αποφύγομε τις υποχρεώσεις που επιβάλλει… Το δίκαιο τούτο δεν είναι διάφορο για τη Ρώμη και για την Αθήνα, για το παρόν και για το μέλλον… είναι και θα είναι έγκυρο για όλα τα έθνη και για όλες τις εποχές… Όποιος το παραβαίνει, απαρνείται τον εαυτό του και τη φύση του» (Derepublica, 51 π.Χ.). Ακόμη και σ’ αυτά τα όμορφα λόγια υπάρχουν ασάφειες: Τι είναι ορθός λόγος σε αρμονία με τη φύση; Νοείται δίκαιο (ή οτιδήποτε άλλο) αμετάβλητο και αιώνιο και πώς;

Το ιδεώδες αυτό ισχυροποιήθηκε (πρόσκαιρα) όταν ο Στωικισμός «ανέβηκε στο θρόνο» στην εποχή των Φιλοσόφων Βασιλέων (96-180 μ.Χ.).

Οι μεγάλοι κώδικες του jus civile και του jus gentium υπήρξαν οι κανόνες με τους οποίους η Ρώμη (ο συνετός κατακτητής) έβαλε τάξη και ευνομία και ομόρφυνε μια κυριαρχία που στηριζόταν στην ισχύ των λεγεώνων· ο νικητής πρέπει να κυβερνά, και ήταν ευγενές και μεγάλο ευτύχημα ότι οι κανόνες αυτοί εκφράστηκαν με σαφήνεια. Ήσαν φυσικοί, αλλά μόνο κατά την έννοια ότι όντως είναι φυσικό για τον ισχυρό να εκμεταλλεύεται και να καταπιέζει τον ασθενή. Ήταν φυσικό ότι οι Ρωμαίοι δημιούργησαν το ικανότερο σύστημα δικαίου της ιστορίας· αγαπούσαν την τάξη και σαφώς διέθεταν τα μέσα να την επιβάλλουν. Η Pax Romana έγινε πραγματικότητα (27 π.Χ. – 180 μ.Χ.), και το ρωμαϊκό δίκαιο εισχώρησε στους κανόνες της μεσαιωνικής Εκκλησίας, ενέπνευσε τους διανοούμενους της Αναγέννησης και μεταδόθηκε στα μεσαιωνικά και σύγχρονα κράτη.

Η Ελληνική επιστήμη και φιλοσοφία, ο Ιουδαϊκο-ελληνικός χριστιανισμός, η Ελληνο-ρωμαϊκή δημοκρατία, το Ρωμαϊκό δίκαιο, όλα τούτα είναι η υπέρτατη κληρονομιά μας από τον αρχαίο κόσμο κατά τον σεβαστό Γουίλ Ντυράν.

Κατά τον Μεσαίωνα, η θρησκεία ταύτισε το φυσικό δίκαιο των αρχαίων με τον θείο νόμο και την ηθική παραίνεση «ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις».

Τον 13ο αιώνα ο Ιταλός θεολόγος και φιλόσοφος Θωμάς Ακινάτης (1225-1274) προσπάθησε να συνδυάσει τον νόμο του Θεού με το φυσικό δίκαιο και το ανθρώπινο δίκαιο (θετικό), υποστηρίζοντας ότι με τη Λογική (έχοντας ήδη εντρυφήσει στον Αριστοτέλη) ο νόμος Του μπορεί να γίνει γνωστός. Πίστευε ακράδαντα ότι ο νόμος του Θεού είναι η λογική της Θείας Σοφίας (βρήκαμε κι εμείς οι ασεβείς έναν επί μέρους «σύμμαχο» στους κόλπους της θρησκείας). Κι όμως, δεν θ’ αργήσει να έρθει η Ιερά Εξέταση.

Στην πνευματική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στα τέλη του Μεσαίωνα κυριαρχούσαν οι αντιμαχόμενες χριστιανικές αιρέσεις, η γέννηση του εθνικού κράτους και η ανάπτυξη της Επιστήμης.

Ο Ολλανδός νομικός Χιούγκο Γκρότιους και οι Άγγλοι Τόμας Χομπς και Τζον Λοκ τον 17ο αιώνα, ο Γάλλος Μοντεσκιέ κι ο Ελβετός Ζαν-Ζακ Ρουσσώ τον 18ο αιώνα, υπήρξαν από τους ικανότερους πρωταγωνιστές στις συνεχιζόμενες φιλοσοφικές αναζητήσεις περί φυσικού δικαίου.

Στους δυο τελευταίους αιώνες (κυριαρχώντας το κριτικό πνεύμα της επιστημονικής εποχής) μάλλον ατόνησε η ενασχόληση με την ιδέα περί φυσικού δικαίου. Ο Γάλλος Λεόν Ντυγκί (Léon Duguit, 1859–1928), κορυφαίος λόγιος και νομικός, δίδασκε ότι η κοινωνική αλληλεγγύη και αλληλεξάρτηση ήσαν τα σημαντικότερα κοινωνικά στοιχεία, κι άρα η εγκυρότητα των νόμων θα έπρεπε να εξετάζεται μ’ αυτά τα κριτήρια· ούτε κι αυτός τόλμησε να προχωρήσει παραπέρα.

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.), με νωπή ακόμη τη φρίκη του πολέμου, προσπάθησε με την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το 1948, να απαλύνει τα πάθη και τις ενοχές της ανθρωπότητας, αλλά απέχει πολύ αυτή από του να θεωρηθεί σαν ολοκληρωμένο σύστημα φυσικού δικαίου. Στο προοίμιο της Διακήρυξης αναφέρονται:

«Επειδή η αναγνώριση της αξιοπρέπειας, που είναι σύμφυτη σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας… αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο.

Επειδή η παραγνώριση και η περιφρόνηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου οδήγησαν σε πράξεις βαρβαρότητας, που εξεγείρουν την ανθρώπινη συνείδηση…

Επειδή έχει ουσιαστική σημασία να ενθαρρύνεται η ανάπτυξη φιλικών σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

Επειδή, με τον καταστατικό Χάρτη, οι λαοί των Ηνωμένων Εθνών διακήρυξαν και πάλι την πίστη τους στα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, στην αξιοπρέπεια και στην αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας… Η Γενική Συνέλευση διακηρύσσει ότι η παρούσα Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποτελεί το κοινό ιδανικό στο οποίο πρέπει να κατατείνουν όλοι οι λαοί και όλα τα έθνη…»

• «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα…» (άρθρο 1). 

Κι όμως, κανένας δεν γεννιέται αξιοπρεπής. Η αξιοπρέπεια διδάσκεται, αποκτάται, χτίζεται, δεν είναι κληρονομικό δικαίωμα ούτε γονιδιακό χαρακτηριστικό. Όλοι πρέπει να γεννιούνται με μιαν ελάχιστη οικονομική δωρεά, μιαν ελάχιστη προικοδότηση (η συνηθισμένη «προίκα» στην Αθήνα ήταν τρεις με τέσσερις χιλιάδες δραχμές) για ν’ αναπτυχθούν. Μπορεί κανείς να είναι σοφός, αλλά όταν σέρνεται στο χώμα δεν είναι αξιοπρεπής. Πώς να είναι ίσοι οι άνθρωποι απέναντι στον νόμο (άρθρο 7) αν δεν έχουν τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια; Κι όμως, οι «σοφοί» του Ο.Η.Ε. δεν την ορίζουν…

• «Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την προσωπική του ασφάλεια» (άρθρο 3).

Άρα, επιβάλλεται να απαγορευτεί ΡΗΤΑ ο πόλεμος (όπως ρητά απαγορεύεται η δουλεία στο άρθρο 4), καθώς και τα βασανιστήρια (άρθρο 5), που απλώς «δεν επιτρέπονται…». Όπως και η  εμπορία οργάνων, που σήμερα (όπου γίνονται σφαγές) φαίνεται πως ανθεί! Αλλά ακόμη μωρολογούν…

• «Καθένας έχει δικαίωμα, με πλήρη ισότητα, να εκδικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και δημόσια, από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο…» (άρθρο 10).

Οι αντιπαραθέσεις, οι «υποθέσεις» μεταξύ των ανθρώπων είναι ατέλειωτες. Άρα, η Δικαιοσύνη πρέπει να αναχθεί στην Υπέρτατη Κοινωνική Αξία με τις αντίστοιχες κοινωνικές διακρίσεις (σεβασμό, τιμές) για τους έντιμους λειτουργούς της, αλλά και τις μέγιστες ποινές για τους επίορκους· και το δίκαιο ν’ απονέμεται πλήρως και ισότιμα για όλους. Αλλά δεν το κάνουν…

• «Κάθε άτομο, μόνο του ή με άλλους μαζί, έχει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί αυθαίρετα την ιδιοκτησία του» (άρθρο 17).

Ναι, είναι η μέγιστη αλήθεια, είναι απαραίτητο ένα ελάχιστο κομμάτι γης για κάθε άτομο, είναι η βάση της υλικής και πνευματικής ανάπτυξής του, από την οποία όντως εξαρτάται η προσωπική αξιοπρέπεια. Όμως, εγείρεται το μέγα ερώτημα, που η Διακήρυξη δεν θίγει. Πώς αποκτάται η ιδιοκτησία; Υπάρχει σήμερα ελεύθερη γη να πάνε να πάρουν κι οι ακτήμονες; Η αρπακτικότητα και το κληρονομικό δίκαιο έχουν μαζέψει τη γη σε λίγα χέρια· κι η μόνη λύση για να ενεργοποιηθεί τούτο το δικαίωμα είναι ο ΑΝΑΔΑΣΜΟΣ. Τούτο θα ήταν η αληθινή Επανάσταση, αυτό ακριβώς επιτάσσει το φυσικό δίκαιο (η ιδανική Δικαιοσύνη), αλλά οι «κεφαλές» δεν το τολμούν. Η τόλμη θέλει Αρετή. Και δεν την έχουν…

•  «Η λαϊκή θέληση είναι το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας…» (άρθρο 21).

Που πρακτικά σημαίνει ότι η Δικαιοσύνη, η Ειρήνη και η Αξιοπρέπεια (οι πλέον σταθερές επιθυμίες των Λαών), ΠΡΕΠΕΙ ν’ αποτελούν τις προτεραιότητες της εξουσίας. Αλλά, κεφαλή της εξουσίας είναι ο ανάλγητος Πλούτος…

•  «Καθένας έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση… Η εκπαίδευση πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας… να προάγει την κατανόηση, την ανεκτικότητα και τη φιλία ανάμεσα σε όλα τα έθνη… Οι γονείς έχουν, κατά προτεραιότητα, το δικαίωμα να επιλέγουν το είδος της παιδείας που θα δοθεί στα παιδιά τους» (άρθρο 26).

Τα πρώτα όλα σωστά, και στο τέλος η απροσδόκητη ανατροπή. Η μέγιστη υποχρέωση της κοινωνίας για παροχή κοινής και υψηλής παιδείας στα μέλη της συγχέεται με τα γονικά δικαιώματα. Δηλαδή, οι πρώτοι που χρειάζονται Παιδεία είναι οι άρχοντες! Ω, Φίλοι, πώς να σωθούμε με τέτοιες απαίδευτες κεφαλές;

Βεβαιότατα, η αξιοπρέπεια και τα ίσα δικαιώματα αποτελούν τα θεμέλια της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο. Αλλά πώς θεμελιώνεται η αξιοπρέπεια, πώς αναπτύσσεται, πώς γίνεται έκδηλη για ν’ αναγνωρίζεται εύκολα; Καμιά καθαρή σκέψη επί τούτου. Στις περισσότερες εγκυκλοπαίδειες το λήμμα περί «Αξιοπρέπειας» απουσιάζει, παραχωρώντας τη θέση του στο λήμμα «άξιος», το επιφώνημα με το οποίο οι πιστοί επικροτούν τη χειροτονία των κληρικών! Κι όπου υπάρχει, ερμηνεύεται ως η σεμνότητα, η ευγένεια στους τρόπους, η σοβαρότητα, η κοσμιότητα και η υπερηφάνεια. Και, βεβαίως, ο άξιος σημαίνει τον ικανό, τον κατάλληλο, αυτόν που αξίζει για κάτι, αυτόν στον οποίο αρμόζει κάτι, που κατέχει κάτι επάξια, τον ισότιμο και τον αξιόλογο.

Τα άρθρα της Διακήρυξης του Ο.Η.Ε. αποφεύγουν να ορίσουν τα περί «αξιοσύνης» και αυτά που ταιριάζουν στον άξιο, αξιοπρεπή και λογικά υπερήφανο. Τα άρθρα παραμένουν ασαφή και στείρα. Καμιά διαφορά από τη θρησκευτική υποκρισία. Η έννοια της Δικαιοσύνης συνεχίζει συσκοτισμένη· και, μαζί με την Ειρήνη, παραπέμπεται στη μετά θάνατον ζωή· μοιραία.

Σήμερα, στόχος πρέπει να είναι η αναζήτηση και διατύπωση των νέων ηθικών αξιών· κάτι λείπει ακόμη από τη Διακήρυξη που χάνεται μέσα στα ανομολόγητα ανθρώπινα πάθη και στην ατολμία των συντακτών της. Η ουσία αποσιωπάται τεχνηέντως σ’ αυτήν, και θα επιχειρήσομε να τη φανερώσομε αμέσως παρακάτω. Ώστε να μπορούμε να μιλούμε βάσιμα για Παγκόσμιες Ενωμένες Πολιτείες και για ό,τι προσδοκούμε από Αυτές.

Λένε ότι ο όρος Ζωή σημαίνει την κατάσταση ύπαρξης που χαρακτηρίζεται από ενεργό μεταβολισμό. Δηλαδή, το σύνολο των λειτουργιών και των διακριτικών χαρακτήρων που είναι κοινοί σε όλους τους «ζωντανούς» οργανισμούς και χάνονται τη στιγμή του θανάτου τους.

Λένε ότι η Ζωή είναι αφομοίωση, δηλαδή οι έμβιες δομές έχουν την ικανότητα να μετατρέπουν άλλες χημικές δομές και να τις ενσωματώνουν στον εαυτό τους (κάνοντάς τις συμβατές). Η Ζωή διαθέτει ομοιοστασία, δηλαδή αντιστέκεται στις αλλαγές με μηχανισμούς αναγέννησης και ρύθμισης (ανθίσταται στον θάνατο). Η Ζωή είναι δόμηση και διατήρηση πολύπλοκων δομών, η μόνη κατάσταση ύπαρξης που εναντιώνεται στην εντροπία (την έννοια μέσω της οποίας μετριέται η αταξία). Η Ζωή είναι μεταβολισμός (βιοχημικές διεργασίες που γίνονται στα κύτταρα ζώων και φυτών, αποθηκεύοντας ή απελευθερώνοντας ενέργεια), αλλά και εξέλιξη (αλλαγή στις ιδιότητες ενός πληθυσμού οργανισμών μεταξύ διαφορετικών γενεών και στη δημιουργία νέων διακριτών ειδών ζωής, με το πέρασμα αμέτρητου χρόνου).

Λένε ότι το ανώτατο όριο διάρκειας ζωής κάθε είδους καθορίζεται κυρίως από την κληρονομικότητα (δευτερευόντως και από το περιβάλλον). Ότι υπάρχουν κάποιοι θαλάσσιοι οργανισμοί και ερπετά, που είναι δυνητικά αθάνατα. Ότι μερικά φυτά ζουν χιλιετίες…

Οι ορισμοί της Ζωής είναι πολλοί, όπως και οι θεωρίες για την προέλευσή της (υπερφυσικό συμβάν, αυτόματη γένεση από αβιοτικά υλικά, αέναη κατάσταση όπως και η ύλη, χημικές αντιδράσεις), τουλάχιστον όσοι και του Πολιτισμού.

Ποιοι τα λένε; Οι επιστήμονες, βεβαίως, βεβαίως!

Ο Αριστοτέλης θεωρεί το έμβιο ον ως δημιουργία της φύσης που έχει και «Ψυχή». Ο Γάλλος Ντεκάρτ αναγνωρίζει ως ενυπάρχουσα στην ψυχή τη σκέψη, την οποία αρνείται στα ζώα. Ο Γερμανός Λάιμπνιτς δεν συμφωνεί με τον Γάλλο περί σκέψης και ζώων. Ο έτερος των Γάλλων, Μπερξόν, ομιλεί για μια ζωτική ορμή. Και τέλος δεν υπάρχει.

Είναι εμφανές ότι, μετά από τόση ιστορική εμπειρία και έχοντας καρπωθεί τόσα οφέλη εκ μέρους Της, το δίκαιον είναι να δώσομε προβάδισμα στην Επιστήμη· χωρίς να αφαιρούμε από κανέναν άλλον το δικαίωμα να σκέφτεται τα δικά του. Καθένας δικαιούται να πλανάται στις προκαταλήψεις του (φυσικότατο και κοινό για όλους), αρκεί να μη προβάλλεται ως υπέρμαχος της ηθικής, εάν δεν είναι. Ο Αθώος είπε: «Ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι, και ο έχων βρώματα ομοίως ποιείτω…» (Λουκ. 3,11). Κι όλοι, σήμερα, προσπαθούν να τους κάμουν χίλιους, ενώ αυτοαποκαλούνται ταυτόχρονα (τελείως υποκριτικά και αναίσχυντα) χριστιανοί!

Με λίγα λόγια, Ζωή είναι μια αξιοθαύμαστη κατάσταση ύπαρξης, που αντιπαλεύει συνεχώς εν μέσω πάμπολλων αντιθέτων καταστάσεων (πάμπολλων πραγμάτων), οι οποίες για τους ανθρώπους ορίζονται ως ευχάριστες ή δυσάρεστες και για τους πιο ανήσυχους ως καλές και κακές. Μια κατάσταση ύπαρξης, της οποίας ο ορισμός έχει περάσει από πάμπολλες περιπέτειες (όπως οι ακτίνες του φωτός που προσπαθούν να διασχίσουν τα πιο πυκνά και μαύρα σύννεφα), μια μοναδική Οδύσσεια με απροσδιόριστη ακόμη κατάληξη.

Και, κατά τον Παππού μας: «Ερχόμαστε από μιά σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μιά σκοτεινή άβυσσο· τό μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή». Και έπεσαν απάνω Του, για να Τον φάνε.

Τι είναι ζωτικός; Εξ ορισμού, είναι εκείνος που έχει μέσα του ζωή, ο δραστήριος, ο ενεργητικός, εκείνος που παρέχει τη ζωή ή την συντηρεί, ο ζωογόνος· και εκείνος που έχει μεγάλη σημασία, ο βασικός (μεταφορικά).

Κατά τον Ντεκάρτ (Καρτέσιο), υπήρχαν «ζωτικά πνεύματα» (πολύ λεπτά και ευκίνητα μόρια του αίματος), που συντελούσαν στο να παραχθούν οι κινήσεις των μυών, αλλά και τα αισθήματα, η μνήμη, η φαντασία και γενικά κάθε ορμή κατ’ αίσθηση· θεωρία που αποδέχονταν ο Σπινόζα και ο Χομπς. Θυμάστε τι είπαμε για το προβάδισμα παραπάνω; Σας παρακαλούμε, μη το ξεχνάτε.

Υπάρχει και η ζωτική χωρητικότητα των πνευμόνων (ο όγκος αέρα, που μπορούν να περιλάβουν φυσιολογικά οι πνεύμονες, ανάμεσα σε μια όσο γίνεται βαθύτερη εισπνοή και σε μια εξ ίσου έντονη εκπνοή), που μετριέται βεβαίως μόνο με επιστημονικό εργαλείο (σπιρόμετρο), όχι με τη φιλοσοφία.

Όμως, υπάρχει και ο Ζωτικός Χώρος (γαλλικά Espace Vital και γερμανικά Lebensraum), που σημαίνει (μέχρι στιγμής) τον απαραίτητο εδαφικό χώρο για την αντιμετώπιση των αναγκών ενός Έθνους. Στην ουσία ο όρος αυτός (φτιαχτός, χωρίς επιστημονική βάση και τελείως ανήθικος) επινοήθηκε για να δικαιολογήσει τις επεκτατικές τάσεις της Γερμανίας και τον εθνικοσοσιαλιστών, με επιχείρημα τον υπερπληθυσμό της σε σχέση με το καλλιεργήσιμο έδαφός της (οι ανίερες πάντα αξιώσεις για οικονομικό και στρατηγικό έλεγχο των γειτόνων). Λένε ότι χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σε έκφραση της επιθυμίας της Γερμανίας για μεγαλύτερη αποικιακή εξάπλωση πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο· και χρησιμοποιήθηκε πάλι μετά την ήττα της, για να ενισχύσει την αξίωσή της ν’ ανακτήσει τις χαμένες αποικίες της.

Η πιο μεγάλη έμφαση δόθηκε στον όρο από τον Χίτλερ το 1939, για να δικαιολογήσει την κατακτητική του πολιτική στην Ευρώπη. Οι σκέψεις του (από το βιβλίο του Mein Kampf 1925-1926, του οποίου η αυθεντικότητα αμφισβητείται), έχουν περιληπτικά ως εξής:

«Ο πληθυσμός της Γερμανίας αυξάνει κάθε χρόνο γύρω στις εννιακόσιες χιλιάδες ψυχές. Η δυσκολία της διατροφής αυτής της στρατιάς των νέων πολιτών αυξάνεται ανάλογα χρόνο με το χρόνο και θα φτάσει μια μέρα στην καταστροφή αν δεν βρεθούν τα μέσα κι οι τρόποι ν’ αποφευχθεί εγκαίρως και σε δεδομένο χρόνο ο λιμός. Υπήρχαν τέσσερις τρόποι.

1. Θα μπορούσαν, ακολουθώντας το παράδειγμα των Γάλλων, να περιορίσουν τεχνητά την αύξηση των γεννήσεων και ν’ αποφύγουν έτσι τον υπερπληθυσμό… Γιατί μόλις η δημιουργική πράξη περιορισθεί κι η άνοδος των γεννήσεων ελαττωθεί (στη θέση της φυσικής πάλης για τη ζωή, όπου δεν επικρατούν παρά οι πιο δυνατοί κι οι πιο υγιείς), εγκαθιδρύεται αυτή η μανία να ‘διασωθούν’ με κάθε θυσία οι πιο αδύναμοι κι οι πιο εξασθενισμένοι οργανισμοί· πυρήνας μιας αναπαραγωγής που θα γίνεται κάθε φορά και πιο θλιβερή, όσο η θέληση της φύσης παραγνωρίζεται… Όποιος λοιπόν θέλει να εξασφαλίσει την ύπαρξη του γερμανικού λαού με τον θεληματικό περιορισμό των γεννήσεων, του αποκλείει κιόλας κάθε προοπτική για το μέλλον.

2. Ο εσωτερικός αποικισμός… που μπορεί να επιφέρει χειρότερα αποτελέσματα…

3. Η κατάκτηση νέων εδαφών όπου θα οδηγιόνταν οι χιλιάδες κάτοικοι που πλεόναζαν και που θα επέτρεπε στο Έθνος να βρει μόνο του τον τρόπο για να ζήσει.

4. Να οδηγηθεί η βιομηχανία και το εμπόριό μας σε μια διεθνή αγορά έτσι που να επαρκούν τα οφέλη απ’ τις πωλήσεις στην επιβίωσή μας. Με άλλα λόγια: ή μια πολιτική κατακτητική, ή μια εμπορική και αποικιακή κατάκτηση…».

Φανατικά υπέρμαχος ο κοσμοκτόνος δικτάτορας της Φυσικής επιλογής (με στρεβλή πρόσληψη του όρου) και της εμπαθούς σκληρότητας που οδηγεί στην άμετρη επιθετικότητα, θεωρούσε «ανήθικο» τον έλεγχο των γεννήσεων της «άριας» φυλής, δηλαδή αυτό που σήμερα αποτελεί οικουμενικό τρόπο ζωής· που ανάγκασε ακόμη και την Καθολική Εκκλησία ν’ αποδεχτεί τον οικογενειακό προγραμματισμό και την Κίνα να ποινικοποιήσει την ανυπακοή στον σχετικό νόμο. Σάμπως και η αύξηση του πληθυσμού της Γερμανίας ήταν αναφαίρετο εθνικό δικαίωμα (απώτερος σκοπός που έπρεπε να εξυπηρετηθεί τυφλά από τους πολίτες), το οποίο δημιουργούσε αυτόματα την αξίωση να ικανοποιηθεί επεκτατικά σε βάρος των άλλων λαών (στο όνομα του παγγερμανισμού), περιφρονώντας βάναυσα κάθε γνωστή έννοια ηθικής.

Μετά από πενήντα χρόνια, ο υπερπληθυσμός αναγνωρίστηκε σαν ένα από τα Οκτώ θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμένου ανθρώπου (από τον ομοεθνή του Αυστριακό επιστήμονα και ηθολόγο Κόνραντ Λόρεντζ, όπως θα θυμάστε), ενώ τότες για τους ναζιστές ήταν η αναγκαία πρόφαση ενός νοσηρού εθνικού επεκτατισμού. O tempora, o mores!

Είναι προφανές ότι δεν θα μπορούσε να συλληφθεί στο ανθρώπινο μυαλό πιο ατελής και ανήθικη κοσμοθεωρία (μαζί με τις ιδέες περί Ευγονικής), η οποία να δικαιολογεί και να προωθεί αδίστακτα τις ανθρώπινες θηριωδίες (χωρίς ενοχές και ηθικές αναστολές) στο όνομα των οικονομικών συμφερόντων ενός έθνους. Όχι διότι απείχε πολύ από την ιστορική εξέλιξη του πολιτισμού (από τους αρχαίους Αιγυπτίους, τους αρχαίους Σπαρτιάτες και τους Ρωμαίους, μέχρι την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και το Βυζάντιο, η σημασία του όρου, αν και δεν είχε διατυπωθεί ακόμη, είχε συνεχώς πρακτική εφαρμογή διά μέσου των επεκτατικών πολέμων), αλλά διότι παρωδούσε και «στόλιζε» με φτηνά, αντιεπιστημονικά κι απάνθρωπα επιχειρήματα τα ανθρώπινα πάθη (ατομικά και εθνικά), τα οποία και έστρεψε στη συνέχεια εναντίον όλης της ανθρωπότητας (ζωή contra ζωής) στον πιο καταστροφικό πόλεμο της ιστορίας.

Και βέβαια (δεν είναι περιττό να το ξαναπούμε) η ευθύνη δεν ανήκε μόνο στους ναζιστές αλλά και σε εκείνους που με υπερβολική και παράλογη αυστηρότητα μετέτρεψαν ένα έθνος ικανότατων ανθρώπων σε ένα εκδικητικό όχλο με τραυματισμένο εθνικό εγωισμό, που γέννησε αναπόφευκτα θηριότροπους ηγέτες. Έτσι όπως γίνεται με μερικά άγρια ζώα, τα οποία, όταν παγιδευτούν σε αμείλικτα δόκανα, δεν διστάζουν να ροκανίσουν μέχρι το μεδούλι και ν’ αποκόψουν με τα δόντια τους το εγκλωβισμένο μέλος για να ελευθερωθούν.

Όμως, και η επιστημονική μελέτη των εξελικτικών τάσεων των ειδών, εισήγαγε με τη σειρά της την έννοια του Ζωτικού χώρου (αντί του δαρβινικού ανταγωνισμού), ως τη σημαντικότερη αιτία της εξέλιξης, όπου η έννοια αυτή αναφέρεται στις ειδικές συνθήκες που απαιτούνται για την ανάπτυξη ενός οργανισμού, και περιλαμβάνουν παράγοντες όπως τη διαθεσιμότητα τροφής και το ευνοϊκό κλιματολογικό περιβάλλον.

Μετά το δικαίωμα ύπαρξης στη ζωή (και του οφειλόμενου σεβασμού όλων μας προς κάθε ζωντανό), ο Ζωτικός χώρος αποτελεί τον σπουδαιότερο κρίκο στην αλυσίδα των ηθικών αξιών και πρέπει να αναγνωριστεί ως το δεύτερο μεγάλο δικαίωμα κάθε έμβιας ύπαρξης, και μετά να καθοριστούν επακριβώς τα στοιχεία που τον απαρτίζουν.

Διότι, εξ ορισμού, ζωή σημαίνει κίνηση και κίνηση σημαίνει χώρο (φυλακή σημαίνει ακριβώς το αντίθετο). Η εξασφάλιση ενός ελάχιστου Ζωτικού χώρου οδηγεί στην αίσθηση της ελευθερίας (στη φυσική και πνευματική ευεξία), η οποία μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο στην ευδαιμονία όλων μας.

Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, δεκαεξαετής, είχε προσληφθεί και υπηρετούσε (φορώντας λιβρέα) στην οικία μιας πλούσιας κυρίας. Μια μέρα έκλεψε μια χρωματιστή κορδέλα τής κυρίας (ερωτευόταν εύκολα), κι όταν κατηγορήθηκε για κλοπή ενοχοποίησε τη Μάριον (μιαν άλλην υπηρέτρια) ότι του την έδωσε εκείνη· απολύθηκαν και οι δυο, κι αυτός αργότερα έγραψε σ’ ένα βιβλίο: «Δεν γνωρίζω τι απέγινε το θύμα της συκοφαντίας μου, αλλά είναι μικρή η πιθανότητα να βρέθηκε σε ευχάριστη κατάσταση κατόπιν αυτού… Η οδυνηρή ανάμνηση… μου βαρύνει τη συνείδηση μέχρι τώρα ακόμη… και συνέβαλε πολύ στο ν’ αποφασίσω να γράψω αυτές τις Εξομολογήσεις…».

Και ξεκινούσε: «…Όποιος κι αν είσαι…, σε εξορκίζω, στις συμφορές μου και στα αισθήματά σου ως συνανθρώπου και στο όνομα ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, μη καταστρέψεις ένα έργο χρήσιμο και μοναδικό, που μπορεί να χρησιμεύσει ως πρώτο σημείο σύγκρισης για τη σπουδή του ανθρώπου…, υπήρξα ευτελής και ποταπός οσάκις υπήρξα, ήμουν καλός, μεγαλόψυχος, ανώτερος, οσάκις ήμουν όλα αυτά· και αποκάλυψα πλήρως τα μύχια της ψυχής μου…».

Κάποτε τιμωρήθηκε για μια παράβαση που δεν είχε διαπράξει, κι αντέδρασε με ασίγαστη οργή και έκτοτε: «έμαθα να υποκρίνομαι, να απειθαρχώ, να ψεύδομαι· όλα τα νοσηρά πάθη, όλες οι κακίες που χαρακτηρίζουν την εποχή μας, άρχισαν να διαφθείρουν την ευτυχισμένη μας αθωότητα».

«Η ατυχία μου με τις γυναίκες οφειλόταν πάντοτε στο ότι τις ερωτευόμουν πολύ δυνατά…»· κι ως φαίνεται, δοκίμαζε μεγαλύτερη έκσταση με το να τις αποθαυμάζει παρά με την εκπλήρωση του πόθου του, ανακουφίζοντας το πάθος του με το «επικίνδυνο εκείνο υποκατάστατο, που εξαπατά τη φύση και αποτρέπει τους νέους της δικής μου ιδιοσυγκρασίας από πολλές αταξίες, εις βάρος όμως της υγείας των, του σφρίγους των και αυτής, κάποτε, της ζωής (!) των» (και τι δεν μετέρχεται η κρατούσα ηθική για να πετύχει τους στόχους της).

«Κάθε τι το αφηρημένο γίνεται εδώ προσωπικό και πλήρες ζωής· η κάθε γραμμή είναι και ένα συναίσθημα· αυτό το βιβλίο είναι η πηγή ενός Μισισιπή… η οποία έστειλε τα ύδατά της να αρδεύσουν τη λογοτεχνία και τα γράμματα του 19ου αιώνα», έγραφε ο Γουίλ Ντυράν το 1967.

«Συλλαμβάνομε τον Ρουσσώ σε κάθε σελίδα να διαπράττει ολοφάνερες απάτες, όχι απλώς σφάλματα· εν τούτοις, το βιβλίο ως σύνολο φλέγεται από ειλικρίνεια· όχι όσον αφορά τα γεγονότα αλλά τα αισθήματα», έγραφε ο Γουσταύος Λανσόν, ο πολυμαθής Γάλλος λόγιος και ιστορικός το 1894.

Οφείλομε χάρες και σεβασμό στον Ελβετό συγγραφέα και συνθέτη για την απογύμνωση της ψυχής του. Η ανάγνωση αυτού του βιβλίου οδηγεί στην ενδοσκόπηση και στην αυτοκριτική, οι οποίες είναι πάντα εμψυχωτικές και ζωογονητικές ενέργειες. Όλοι, μετά την εφηβεία, θα ωφεληθούμε από τις Εξομολογήσεις, διότι θα παλινδρομήσομε στις αδυναμίες μειδιώντας, στα λάθη μετανιώνοντας (έστω και νοερά), και θ’ αναγνωρίσομε εύκολα τις ανθρώπινες ομοιότητες· και τα κοινά πάθη και τα στάδια, που οδηγούν από την παιδικότητα στην ωρίμαση, από τη μήτρα στο μνήμα. Κι όταν κανείς θυμηθεί και τον Εκκλησιαστή, είναι ευκολότερο να πλησιάσει στην πεμπτουσία του κόσμου, και να νιώσει την Αμοιβαία Συμπάθεια. Όλα είναι κοινά, μεταξύ μας, άλγη, ηδονές, συναισθήματα, ανάγκες κι απάτες· και το δίκαιο, λοιπόν, πρέπει να γίνει κοινό και ν’ αναβαθμιστεί στο Δίκαιο των Θεανθρώπων, αφήνοντας ξοπίσω του μόνο τις απάτες.

Είναι αδύνατο να ξεπεράσομε εκείνον τον πολυπλάνητο και πολύτρυτο και να διεκδικήσομε κι εμείς δάφνες παραβατικής ειλικρίνειας (θ’ αφήσομε στις σκοτεινές μνήμες τα λάθη μας), και πρέπει τώρα να τοποθετήσομε το επιστέγασμα στο οικοδόμημα που ονειρευτήκαμε, ώστε να μην απομείνουν αμφιβολίες για τα κίνητρα και τον στόχο μας. Έτσι, θα εκμυστηρευθούμε απλά (με λίγα λόγια και ευτράπελη διάθεση), πώς φτάσαμε μέχρις εδώ να μιλούμε για Δικαιοσύνη:

«Έξι χρόνια στο δημοτικό, έξι χρόνια στο γυμνάσιο, έξι στο πανεπιστήμιο (κι ένα ακόμη λόγω αμεριμνησίας), δυόμισι στον στρατό. Έρως και γάμος. Καλόκαρπη Συμβία, θαυμάσιος συνομήλικος συμμαχητής· κούρος ένας, κόρες δύο. Είμαστε τυχεροί, παππού, έχομε καλή γυναίκα, και, όπως και της δικής Σου, το όνομά Της είναι Ελένη (στα αρχαία Γουελένα, κι όντως είναι λέ[αι]να και κατάξια). Δυο χρόνια υπηρεσία στην ύπαιθρο, τέσσερα για εξειδίκευση. Στα τριάντα πέντε στον αγώνα.

Στα σαρανταεφτά μας αγορά γης, στρέμματα τέσσαρα (αναγκαστικά, διά νόμου)· καλλωπίσαμε το ένα, και στήσαμε την καλύβα την ξύλινη· τα τρία παραμένουν άγρια, ως πρέπει σε ολιγαρκείς «πτωχαλαζόνες» (αθέλητα συνεργούς στη ληστεία του χώρου). Αγριοχαρουπιές κι αγριελιές κι ασταμάτητα κελαηδήματα πουλιών· ο Άργος ήταν ευτυχής εννέα έτη, έκαμε γιους και κόρες.

Χτίσαμε με τον Χάρη πολλά. Σηκώσαμε απάνω από τη γη δίμετρο προκάλυμμα στο κρύο (μέτρα είκοσι τέσσερα), κι είδαμε τοματιές να μεγαλώνουν, τις μέλισσες να σμίγουν με τα άνθη τους. Είδαμε ν’ ανηφορίζουν προς τα εμάς αρίφνητοι τετράποδοι επαίτες παρέα με τον Φίλο μας· είδαμε γάτα να κοιμάται στην αγκαλιά της κόρης του της Ήρας, κι αντιληφθήκαμε την έννοια της πλάνης και τη σχετικότητα των μύθων. Δεχτήκαμε πρόθυμα τη συντροφιά των ταπεινών κι άδολων συνθεών, κατανοήσαμε τις πάμπολλες ομοιότητες (τα πολύμορφα προσωπεία της Ζωής)· κι αναγνωρίσαμε τα δικαιώματά τους, εύκολα, με τη βοήθεια της μάνας μας της Φύσης.

Ήμασταν πέντε, καθένας με δικό του υπνοδωμάτιο (τετραγωνικά δεκατέσσερα και στρωμνή μαλακή), σαράντα μέτρα ο μέσος όρος χώρου στον καθένα. Γερνούμε, κι απομείναμε οι δυο πρωταίτιοι μόνοι (οι νεοσσοί πέταξαν), μαζί με τη μάνα μου· τετραγωνικά τώρα στον καθένα εβδομήντα. Στην αύξηση του ζωτικού χώρου το τίμημα είναι πάντα βαρύ και τ’ όνομα ασήκωτο: Ερημία! Ο Λάμπης και ο Άργος στο μεγάλο ταξίδι… Επιγενές της απώλειας, το απροσδόκητο Δαιμονικό πλήρωμα.

Δεν πεινάσαμε ούτε διψάσαμε, ποτέ δεν κρυώσαμε, δεν αρρωστήσαμε βαριά· δεν χρειάστηκε να πολεμήσομε. Τι τύχη!

Δεν χάσαμε λεβέντη γιο σε ατύχημα, όπως η άριστη γυναικαδέλφη Άννα (χαροκαμένη από έτη και συνεχώς σιωπηλά δύστυχισμένη). Ζήσαμε των πολλών ανθρώπων τη ζωή, καλότυχοι μέχρι στιγμής κι ευγνώμονες· περιφερόμαστε χωρίς έπαρση, μικρό αποταμίευμα στην άκρη. Συχνά, η θύρα ξεκλείδωτη· δεν ξεχνούμε τον Σόλωνα. Τι όλβος!

Κατά τον μύθο, το «τεττίγων γένος», οι «των Μουσών προφήται» (κατά τον πλατωνικό Σωκράτη, Φαίδρος 259, b,c,d – 262, d), ήσαν άνθρωποι, που τόσο μαγεύτηκαν από τη μελωδία των Μουσών, ώστε λησμόνησαν τους εαυτούς τους και πέθαναν από την πείνα. Κι έτσι προκάλεσαν τον οίκτο των Μουσών, οι οποίες τους μεταμόρφωσαν στους αμέριμνους τζίτζικες, και τους προίκισαν με τερπνά τερετίσματα και ένα ιδιαίτερο χρέος…

Τώρα, οι κουρασμένοι τζίτζικες (οι χρησμολόγοι των Μουσών και του θέρους), εγκαταλείπουν το τραγούδι και χάνονται σιγά-σιγά στην ατονία της σιωπής, ο ήλιος πάει να βασιλέψει και η σαγήνη της δροσιάς αιχμαλωτίζει τζίτζικες και δαίμονες. Η Ρέα η λύκαινα παίζει με τις γάτες, κι ο μεγάλος αρσενικός τους με τον δαίμονα (με το δεξί μου χέρι)· απάνω στην ταπεινή αιώρα, λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, παρατηρούμε στο βάθος το μέγα πέλαγος. Κάθε στιγμή, εδώ, είναι Παράδεισος, κι αλλού κάθε στιγμή είναι αβίωτη· το ξέρομε καλά πως τούτο είναι το Άδικο. Είμαστε «παίδες» σε σύγκριση με βασιλιάδες· κι όμως, συγκριτικά  με άστεγους είμαστε βασιλιάδες!

Κι όταν στο στόμα βάζομε γλυκό ψωμί, τυρί, κρασί ή δροσερό νερό και μπίρα, γνωρίζομε καλά πως το χρωστούμε στους συνάνθρωπους (στον ιδρώτα και στο αίμα τους, σε κανέναν άγνωστο Θεό), κι υμνούμε πάντοτε τα περασμένα και τα τωρινά (τα ονόματα είναι πρόσωπα, αλλά και σύμβολα), με τούτα τα λόγια: — Συνάνθρωποι, συνθεοί και συνθεές, Σας ευχαριστούμε που έχομε και σήμερα να φάμε και να πιούμε, δεν ξεχνούμε όσους πεθαίνουν από πείνα, δίψα κι αδικία, κι ευχόμαστε σ’ όλο τον κόσμο ειρήνη. Άγιε Σωκράτη, Φραγκίσκε, Θεόφιλε, Βίκτορα, Μοχάντας, Αλβέρτο και Νικόλαε, πρεσβεύετε για τους προγόνους, τους γονείς, για εμάς τα θηρία τους υποκριτές, τον Φίλιππο, όλα τα ζωντανά και μη και τον Χάρη. Και τον παππού τον Χρήστο και τη γιαγιά τη Μαρία και τον Μάριο και τον παππού τον Λάμπη, και τη γιαγιά την Ελένη κι όλους τους συγγενείς κι όλο τον Κόσμο. Και την Ηλέκτρα και την Αφροδίτη και την Κούκλα, και τον Δημήτρη και την Άρτεμη και τη Χριστιάννα, και τον γάτο και τον Άργο και την Ήρα και τον σκύλο και τα γατάκια· τον Λεωνίδα, τον Γουάλας, τον Διονύσιο, τον Κολοκοτρώνη, τη Γουελέαινα, την Άννα, τον Ούρσο, τον Χόμο, το Λενάκι, τον Επίκουρο, τη Ρέα, τον Δία, τον Μίνωα, τους Έλληνες, τον Μυριήλ και τον Χριστό, τον Γουίλ, την Κατερίνα, τον Φρειδερίκο, τον αυτόχειρα Καθηγητή, τον Πιότρ και τον Κώστα και τον Ζαν. Καλό ταξίδι, Άργο, καλό ταξίδι, Ήρα, καλό ταξίδι, Πάτερ, σας αγαπούμε δεν σας ξεχνούμε· συγχωρέστε μας. Σ’ ευχαριστούμε, Πάτερ…

Δεν πρέπει να λησμονούμε το χθες και τους μεγάλους νεκρούς, κι έχομε χρέος να υμνούμε το τώρα και τους ζωντανούς που δίνουν αξία στη ζωή μας.

Γι’ αυτό, όταν ανοίγομε την πόρτα του ψυγείου: ‘Ευχαριστούμε Σας, Γερμανοί’. Κι όταν θωρούμε τις καλοχτισμένες πέτρες: ‘Και Σένα, μάστορα Ταμάζι’.

Κι όταν διαβάζομε Ντυράν: ‘Μόνον Εσένα, αξιοσέβαστε Λάμπη’.

Όλους, όλους Σάς ευχαριστούμε, από μόνοι μας είμαστε ανάξιοι· δηλαδή τίποτα. Μια μόνον η κακοτυχία μας, πως μεγαλώσαμε με τα «κατά συνθήκη ψεύδη», χωρίς Φαίδρο, χωρίς Ελλάδα, χωρίς Ουγκό· τα ανακαλύψαμε στην πορεία (οι αγαθές συγκυρίες), αργά και σταθερά. Δόξα Σοι…».

Ναι, ήμασταν τυχεροί, νιώσαμε την αγάπη του Ρουσσώ για την ύπαιθρο. Δεν γίνεσαι ευτυχισμένος σε σημερινή πολυκατοικία· πρέπει να ενωθούν οι στέγες τους και να φτιαχτούν οι νέοι Κρεμαστοί Κήποι, να φυτευτούν λουλούδια και δένδρα, που να γεμίσουν από πουλιά και ζώα· και μεγάλες δεξαμενές νερού αντί για θάλασσα· όπου υπάρχει ελεύθερος χώρος, όλα κοινόχρηστα! Και πιο πέρα ν’ αρχίσουν να χτίζονται οι καινούργιες Πολιτείες του «Ήλιου» με τέλεια δομή· με τη σημερινή τεχνολογία όλα είναι εύκολα. Όλοι με υγεία και δουλειά, με αξιοπρεπή στέγη, ασφάλεια και Ζωτικό Χώρο· ουδείς ανέραστος, ουδείς χωρίς παιδιά (υιοθεσία σε στειρότητα ή πρώιμο θάνατο γιου ή κόρης, όχι αιώνια δάκρυα). Άφθονος ελεύθερος χρόνος για παιγνίδια, μελέτη και συζήτηση με τους αγαπημένους, φιλότητα για όλους και όλα· στραγάλια, σύκα και γλυκό κρασί τα βράδια του καλοκαιριού· στις στέγες όλοι απάνω μετρώντας τα αστέρια. Το όριο για όλα τούτα το βάζει η Φαντασία…

Σεβαστές Πολιτείες και Κυβερνήτες του Κόσμου.

Μιλήσαμε περί Δικαιοσύνης, Ζωής και Ζωτικού χώρου.

Διότι η Ζωή είναι αξιοθαύμαστη και πρέπει να γίνει σεβαστή.

Διότι ο Ζωτικός χώρος πρέπει να καταγραφεί σαν θεμελιώδες δικαίωμα κάθε ατόμου στη Διακήρυξη του Ο.Η.Ε. και στα Συντάγματα όλων των Χωρών· και ν’ αρχίσει να απασχολεί ως έννοια την Ψυχιατρική, ώστε να μελετήσει τις διαταραχές από τη στέρησή του (ο Λόρεντζ ανάφερε την επιθετικότητα στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης). Κανείς δεν έλαβε θέση μέχρι σήμερα, κανείς δεν μίλησε αναλυτικά για τη «Ληστεία του Χώρου», το μέγιστο έγκλημα στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Διότι νομίζομε ότι τα αγαθά και τα πάθη είναι κατανεμημένα πάνω στον πλανήτη μας με άδικο τρόπο· άλλοι έχουν και κατέχουν, κι άλλοι πεθαίνουν από πείνα και σφαγές.

Διότι επιθυμούμε να προσεγγίσομε εκείνη την έννοια της Δικαιοσύνης, κατά την οποία η Ζωή να πάσχει όσο γίνεται λιγότερο.

Ο Ζωτικός χώρος δηλώνει έκταση, ένα ελάχιστο κομμάτι γης (οικία και περίγυρο), το οποίο ήταν ανέκαθεν απαραίτητο για την ολοκληρωμένη και ειρηνική ανάπτυξη του ανθρώπου· πράγμα που δεν προσφέρθηκε ποτέ, κι ούτε αναφέρεται ακόμη σε κανένα Δίκαιο του κόσμου, ενώ είναι το βασικότερο ανθρώπινο και οικογενειακό δικαίωμα.

Δεν νοιαστήκατε, μέχρι σήμερα, να μάθετε τι οδηγεί τα παιδιά σας στην ευτυχία. Η απληστία ποτέ δεν ήταν χαρακτηριστικό των πολλών, παρά μόνο των αρχόντων. Συχνά δηλώσαμε ότι θεωρούμε ως απαραίτητη προϋπόθεση της ευδαιμονίας τη Δικαιοσύνη. Και οι πιο πολλοί θα σκέφτονταν πως αυτή η λέξη είναι πράγμα αόριστο κι ακατόρθωτο. Δεν είναι, μετά από όσα τονίσαμε· οι επιστήμονες ξέρουν καλά για τον ζωτικό χώρο των άλλων ζωντανών, ξέρουν αριθμητική και γεωμετρία· δεν είναι δύσκολο να υπολογιστεί ο Ζωτικός χώρος που ανήκει σε δυο ανθρώπους και στην οικογένειά τους· εμείς το χρέος μας το κάμαμε, τώρα ξέρετε.

Εκείνος ο αδεισίθεος μιλούσε για εθνικό Ζωτικό χώρο· κι όμως, μας έχει δώσει το κλειδί της ευδαιμονίας για την ανθρωπότητα, κι εμείς θα πρέπει να του αποδώσομε επιτέλους άφεση αμαρτιών. Προσωπικός ή οικογενειακός Ζωτικός Χώρος, τούτο είναι το θεμελιώδες δικαίωμα, που περικλείνει όλα τα άλλα· τούτο πρέπει ν’ αποτελεί τον πυρήνα του Φυσικού Δικαίου. Η αμετάβλητη και αιώνια ζωική ανάγκη που ελαχιστοποιεί τα ανθρώπινα πάθη είναι ένας ελάχιστος χώρος γης για όλους, που όταν εξασφαλιστεί οδηγεί αναμφίβολα στην ευδαιμονία.

Λένε ότι σκοπός της Ηθικής είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο στην τελειότητα (με τη θρησκεία; αλίμονο!), ενώ του Δικαίου να εξασφαλίσει απλά την ειρηνική συμβίωση των ανθρώπων. Άραγε έχει εξασφαλιστεί αυτή; Όχι βέβαια, κι ούτε θα συμβεί ποτέ, όσον η Ηθική είναι σε διάσταση με το Δίκαιο· όχι, όσο το ιδανικό κομμάτι εκείνης χάνεται στη σφαίρα του υπερβατικού και παραμένει αμέτοχο στο γράμμα του νόμου, περιμένοντας έναν Άγνωστο Θεό.

Η Δικαιοσύνη θα ανδρωθεί (αν και θηλυκού γένους) και θα γίνει Λυτρωτής του κόσμου, όταν το Δίκαιο νυμφευθεί την Ηθική. Εκάτερον (από μόνο του) δεν οδηγεί πουθενά αλλού, παρά μόνο στα κατά συνθήκη ψεύδη (ιστορικά αποδεδειγμένο). Και τα δυο μαζί (σε γάμου κοινωνία) θα οδηγήσουν στην Τελειότητα (ορθολογικά αναπόφευκτο και βέβαιο)· απολείπει μόνο το πείραμα για ν’ αποδειχτεί.

Γιατί να μην είναι σκοπός του Δικαίου η τελειότητα; Είναι πολύ βαριά για τους ώμους μας; Όχι, δεν είναι η τελειότητα βαριά, η ατολμία και η μικρότητα είναι βαριές.

Πού είναι ο ορθός λόγος του Νόμου Σας και της σκέψης Σας, σεβαστοί Βουλευτές των Πολιτειών του κόσμου; Γιατί τον απεμπολείτε υπέρ της μεταφυσικής; Τούτο το ξεπούλημα του ορθού λόγου είναι, εκ μέρους Σας, ο ακατανόητος παραλογισμός και η εσχάτη προδοσία του Πολιτισμού.

Η Θέμις, η θεά της δικαιοσύνης, παριστάνεται να κρατά στο ένα χέρι ζυγαριά (που συμβολίζει τον κανόνα της ορθής συμπεριφοράς) και σπαθί στο άλλο. Όμως η ζυγαριά δεν είναι ισόρροπη, γέρνει… γέρνει πολύ! Τούτο είναι η ανίατη νόσος της Δικαιοσύνης· άλλοι γεννιούνται προικισμένοι με αμέτρητες εκτάσεις γης (κληρονομικό δίκαιο), κι άλλοι πάμπτωχοι στους αιώνες.

Ναι, το Δίκαιο των Εθνών πέτυχε πολλά στην εποχή του, όμως το Θετικό Δίκαιο πρέπει ν’ αλλάζει, να συμβαδίζει με τις αποκαθηλώσεις και τις απομυθοποιήσεις και με την πρόοδο της Επιστήμης και, το σπουδαιότερο, να προσεγγίζει την ελεύθερη ιδέα περί της ιδανικής Δικαιοσύνης, θεσπίζοντας τους τολμηρούς Νέους Νόμους.

Στα χρόνια των ναζιστών ο Ζωτικός χώρος είχε μιαν εθνική έννοια. Σήμερα ομιλούμε για Ευρωπαϊκή Ένωση, κι αύριο ίσως για Παγκοσμιοποίηση. Όσον ανήθικος και  αταίριαστος στη σύγχρονη εποχή είναι ο εθνικός Ζωτικός χώρος, τόσο ταιριαστός είναι ο Οικογενειακός Ζωτικός Χώρος για την επίτευξη της ευδαιμονίας.

Ο Αριστοτέλης τα έγραψε καλά, αλλά χρειάστηκαν πολλές εκατονταετίες μέχρι τη θεσμική κατάργηση του ανδραποδισμού. Τώρα πρέπει να βιαστούμε.

Εδώ και τώρα, πρέπει να προστεθούν με θάρρος τα νέα άρθρα στη Διακήρυξη του Ο.Η.Ε. και στα Συντάγματα. Αλλιώς, το Δίκαιο θα παραμένει στους αιώνες Δίκαιο του Ισχυρού μόνο· φυσικό βεβαίως, αλλά λοξό, παραπαίον κι ΑΔΙΚΟ! Και η φαυλότητα θα συνεχίζει να βασιλεύει στους αιώνες. Όχι, λάθος, θα χαθούμε.

Ο Ρουσσώ υποστήριξε ότι η διαφθορά και η δυστυχία του σύγχρονου ανθρώπου οφείλονται στον πολιτισμό. Όχι, ο πολιτισμός είναι το σπίτι μας, οφείλονται μόνο στην ατολμία και στην έλλειψη Δικαιοσύνης, λόγω ατελούς και θρησκόληπτης ηθικής.

Δικαιοσύνη, σεβαστές Πολιτείες, σημαίνει Οικογενειακό Ζωτικό Χώρο, που πρέπει ν’ αποδώσετε αφειδώς στους Λαούς Σας (χωρίς να χρειάζεται να τον απαιτήσουν οι ίδιοι), ώστε να φτάσομε όλοι μας, μια μέρα, στην πολυπόθητη Ιθάκη. Η Οδύσσεια του Κόσμου πρέπει να τελειώσει· αρκετό αίμα έχει χυθεί. Σας παρακαλούμε πολύ, χωρίς μνηστηροφονία.

Τώρα πια ξέρετε και για τη φύση του Παραδείσου. Τώρα είναι η ώρα ν’ αναστηθεί η Ηθική, είναι η ώρα των Ποιητών.

«Σωκράτης: Κι όμως δεν αρμόζει σ’ ένα φιλόμουσο να μην έχει ακούσει αυτά τα πράγματα. Λέγεται, λοιπόν, πως κάποτε, πριν ακόμα να γεννηθούν οι Μούσες, τα τζιτζίκια ήσαν άνθρωποι. Όταν όμως γεννήθηκαν οι Μούσες και εμφανίστηκε το τραγούδι, κάποιοι από εκείνους τους ανθρώπους, τόσο πολύ αναστατώθηκαν από την ηδονή της μουσικής, ώστε τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιούν, και, χωρίς να το καταλάβουν, πέθαναν· και από αυτούς ύστερα δημιουργήθηκε το γένος των τζιτζικιών, και πήρε από τις Μούσες τούτο το βραβείο, δηλαδή από τότε που θα γεννηθεί να μην έχει καθόλου ανάγκη από τροφή, αλλά, χωρίς τροφή και ποτό, ν’ αρχίσει αμέσως να τραγουδά, μέχρι να πεθάνει, και, μετά από αυτά, να πάει να μένει κοντά στις Μούσες και να τους αναγγέλλει ποιος από τους ανθρώπους εδώ στη γη τιμά ποιαν από εκείνες. Και έτσι, αναγγέλλοντας στην Τερψιχόρη ποιοι την έχουν τιμήσει στους χορούς, τους κάνουν πιο αγαπητούς σ’ αυτήν, και στην Ερατώ αναγγέλλουν ποιοι την έχουν τιμήσει με τα ερωτικά τραγούδια, και στις άλλες το ίδιο, ανάλογα με την ιδιαιτερότητα της τιμής που αρμόζει στην καθεμία. Και στην Καλλιόπη, τη μεγαλύτερη στην ηλικία από τις Μούσες, και στην Ουρανία, που έρχεται αμέσως μετά στη σειρά, αναγγέλλουν εκείνους που ζουν με τη φιλοσοφία και τιμούν την τέχνη των Μουσών αυτών, αφού τούτες εδώ, περισσότερο από τις άλλες, ενδιαφέρονται για τα γεγονότα του ουρανού και τους θεϊκούς και τους ανθρώπινους λόγους, και εκφράζουν την τέχνη τους με την ομορφότερη φωνή.

Έτσι λοιπόν, όπως φαίνεται, για πολλούς λόγους πρέπει να μιλήσουμε και να μην κοιμηθούμε το μεσημέρι…»

Ναι, η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι ισχυροί αντιτάσσονται ακόμη σθεναρά στα λόγια του Κικέρωνα· τούτο παραμένει το μέγιστο πρόβλημα της ανθρωπότητας. Μια συνεχιζόμενη και παράλογη αντίσταση, εκεί που ταιριάζει ο πιο ποθητός και σφικτός εναγκαλισμός: Στον ορθό λόγο, στην ομορφιά, στην ηρεμία, στη φιλοζωία και στη θεϊκή αυτογνωσία.

Γιατί το κάνουν; Από άγνοια, βεβαίως! Νομίζουν ότι είναι ακόμη αρπακτικά ζώα και παραμένουν πιστοί στη νοοτροπία της αυγής του πολιτισμού, καθώς και στην υποκριτική θρησκευτική ηθική· ενώ αν κοιτάξουν για λίγο τριγύρω τους (ελεύθεροι από τις χαυνωτικές προκαταλήψεις) θα διαπιστώσουν εύκολα ότι άρχουν Θεών όντας Θεοί.

Βουλευτές και νομικοί, εσείς νομοθετείτε, δεν μπορείτε να το αρνηθείτε. Εσείς ομιλείτε για επικρατούσα θρησκεία. Εσείς παρευρίσκεστε στον Επιτάφιό Του. Είναι αυτονόητο ότι γνωρίζετε τις επιταγές Του, κι είναι ανόητο να σάς θυμίζομε τα λόγια Του.

Η θρησκευτική ηθική που υποκριτικά υποθάλπετε είναι σαφής. Όποιος έχει δύο, δίνει τον έναν! Αυτό είναι το ζητούμενο Δίκαιο (η καθαρή Ηθική), που υποκριτικά ψάχνετε μέσα στους αιώνες. Το γνωρίζετε ποιο είναι (όλοι το γνωρίζομε), αλλά δεν το προσθέτετε στην κείμενη νομοθεσία. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο αδίκημα, από το να γνωρίζεις τον ορθό Δρόμο και να μη τον βαδίζεις· να μπορείς να περπατάς ίσια, κι όμως να συνεχίζεις να χωλαίνεις.

Θυμάστε τα λόγια του Γκουινπλέιν; Σε σας, Βουλευτές, τα απηύθυνε, και γνωρίζομε όλοι καλά πως δεν είστε ανόητοι ούτε πάσχετε από κρετινισμό. Όλοι ξέρομε ότι υποτάσσεστε στους ισχυρούς (που πάσχουν από χρόνιο υπερθυρεοειδισμό, δηλαδή αδηφαγία)· αγνοείτε τη θεϊκή φύση σας και παραμένετε δειλοί (διότι καταβάλλεστε εύκολα από τις φοβέρες τους), κι ανέντιμοι (διότι ενδίδετε στα έκνομα θέλγητρά τους), κι ακόμη προδίδετε τα όνειρα των Λαών σας.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία από το να αγνοείς τη θεϊκή φύση Σου και τις δυνατότητές της. Δε βαρεθήκατε ακόμη να υπηρετείτε τον κατώτερό Σας, τη θρησκεία του Διαόλου; Ναι, ανοίξτε μάτια και αυτιά, είστε Ανώτεροί του!

Ανέκαθεν, από τον πρωτόγονο μέχρι τον αστροναύτη, ο Θεός πορεύεται πάνω στη γη με ανθρώπινα πόδια. Η πρωτόγονη ηθική προκατάληψη είναι ακόμη η μέγιστη τροχοπέδη,  που στρέφει τις έγνοιες Του εκτός της γης (και την αγάπη Του). Ανέκαθεν Θείος ο άνθρωπος, δηλαδή Αρχίθεος, κι ακόμη το αγνοεί. Ω φίλοι…

Ο κόσμος είναι αξιοθαύμαστος με ό,τι απάνω του κι αν έχει (τα ίσια, μα και τα στραβά και τα αντίθετα). Ο Θεάνθρωπος πρέπει να μάθει να γελά, χωρίς να τού έχουνε τα μάγουλα σχισμένα· ο Γκουινπλέιν πρέπει ν’ αναστηθεί και να εισακουστεί η κοινή προτροπή μας: «Ό,τι αγαπούμε και μας κάνει ευδαίμονες πρέπει να το επιθυμήσουμε για Όλους, και να επιζητούμε ασταμάτητα τον τρόπο για να επιτευχθεί».

Και γι’ αυτό χρειαζόμαστε ένα Νέο Δεκάλογο (μια νέα ηθική, προοίμιο νέου Πολιτισμού), τον οποίο να εφαρμόσει στην πράξη η ιδανική Δικαιοσύνη. Ο Θεός πρέπει να μετοικήσει από τον ουρανό και να ενθρονιστεί αναπόσπαστα στον φυσικό του χώρο, να γίνει ο Τέλειος πολίτης της Γης, μαζί με τον υπέροχο παράδεισό Του. Ο Βούδας κι ο Χριστός ήσαν ωραίοι, κι οι Θεάνθρωποι θα γίνουν ωραιότεροι, πιο ελεύθεροι, πιο έμπειροι (έχουν περάσει δυο χιλιετίες, δεν πρέπει σήμερα να πέφτουν θύματα εξαπάτησης).

Όλες οι μεγάλες εκτάσεις γης που είναι μαζεμένες σε λίγα χέρια ανήκουν στην Ανθρωπότητα, κι εκεί πρέπει να ξαναγυρίσουν· έτσι όπως έλεγε ο Ουγκώ για τα μεγάλα πνεύματα, πως βγαίνουν από τους Λαούς και πρέπει να ξαναγυρίσουν σ’ αυτούς. Το κληρονομικό δίκαιο στη γη πρέπει ν’ ατονήσει· το ατομικό περίσσευμα όλων μας και των Χωρών πρέπει ν’ ανήκει σε κορβανά κοινό!

Δάσκαλοι και νομοθέτες των Πολιτειών, δώστε σήμερα στα παιδιά Σας φως, όχι πια θάνατο και χώμα.

Κάντε τον Νέο Δεκάλογο ηθική του Κόσμου (των Παγκόσμιων Ενωμένων Πολιτειών), και Νόμο της Δικαιοσύνης των Εθνών. Αποκαλύψετε το «μέγα Μυστήριο», κι ανακοινώσετε σε όλους τους Λαούς πως είναι γιοι και κόρες κι εγγόνια του Θεϊκού Λόγου. Οι σημερινοί άνθρωποι μπορούν, και πάραυτα θα το κατανοήσουν, και θα σταθούν ακλόνητοι στο ύψος τους· αρκεί να δώσετε πρώτοι Εσείς το έναυσμα νομοθετώντας.

Κανένας δεν θα θελήσει να Σας πετροβολήσει, διότι την ηθική αυτουργία τούτου του Νόμου την ευλογούν και την σηκώνουν όλοι οι ονειροπόλοι Ποιητές του Κόσμου, ζωντανοί και πεθαμένοι. Τούτη μόνο μπορεί και πρέπει να είναι η «Δευτέρα Παρουσία των Θεών»· οι οποίοι ονειρεύτηκαν το εξαίσιο Όραμα, καθένας στην εποχή Του, και μετά πέθαναν.

Θα «σηκωθούν» οι Μεγάλοι Εκείνοι από τους τάφους Τους, ο Βούδας, ο Χριστός κι όλοι οι Άλλοι· και αλαλάζοντας από χαρά θα σύρουν πρώτοι τον Χορό. Κανείς δε θα μπορέσει, κανείς δε θα θελήσει ν’αντισταθεί, όλοι θ’ ακολουθήσουν.

Μην κοιμηθείτε, Άρχοντες, για χάρη του Φωτός και των Μουσών, ξυπνήστε! Και αποδώστε την ιδανική Δικαιοσύνη· φωτοχυσία άφθονη. Στους Θεανθρώπους και σ’ όλες τις θεότητες ταιριάζει μόνον η ευδαιμονία. Η Γνώση, σήμερα, την έχει κάνει εφικτή, το ταξίδι πρέπει ν’ αρχίσει.

Παγκόσμιες Ενωμένες Πολιτείες,

Μια μέρα θα είστε το γέννημα του καθαρού Λόγου· θα σηκωθείτε στο ύψος που ταιριάζει στις «Πολιτείες του Ήλιου», και θα παγιώσετε τη Μεγάλη Αλήθεια.

Δεν είναι αποτρόπαιο το μυστικό ως έγραψε ο Παππούς μας στην Ασκητική του (ουδείς αναμάρτητος), αφού στην Οδύσσειά του ο Τηλέμαχος συμβουλεύει τον πολύπαθο και Πολύτροπο με τα ακόλουθα λόγια (ραψωδία Α, στ. 246-248, και 369-371):

«Αν ήμουν βασιλιάς, στου πλάτανου τον ίσκιο θα καθόμουν

και σαν πατέρας τα παράπονα θα γρίκουν του λαού μου,

δίκια τη λευτεριά και το ψωμί μοιράζοντας στο πλήθος·…            

Κύρη, με καλοσύνη μίλησε στο αγαπημένο πλήθος·

κράτα τη μάνητα σαν άρχοντας, και βάλε με το νου σου

ψυχή πως έχει κι ο λαός, Θεός κι αυτός, μα δεν το ξέρει!».

Είναι προφανές ότι συναινεί μαζί μας περί Θεανθρώπων. Το ΕΝΑ τούτο υπάρχει! Και θα γίνει ο Κόσμος Τους…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s